Αρχική Κλάδοι Δικαίου Φορολογικό Δίκαιο Έκτακτη εισφορά στο εισόδημα νομικών προσώπων (Ν.3845/2010)

Έκτακτη εισφορά στο εισόδημα νομικών προσώπων (Ν.3845/2010)

Με τις διατάξεις του άρθρου 5 Ν.3845/2010 («Μνημόνιο 1 Μέτρα Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από το Δ.Ν.Τ») επεβλήθη έκτακτη, εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης  στο συνολικό καθαρό εισόδημα οικονομικού έτους 2010 (χρήση 2009) των νομικών προσώπων των άρθρου 2 παρ. 4 (ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες, συμμετοχικές ή αφανείς και κοινοπραξίες της παρ. 2 του άρθρου 2 Κ.Β.Σ) και 101 παρ.1 (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συνεταιρισμοί και ενώσεις τους, αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρείας και κάθε είδους αλλοδαποί οργανισμοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες)  Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν.2238/1994).

Η εισφορά αυτή επιβάλλεται στο καθαρό εισόδημα των άνω νομικών προσώπων, εφόσον αυτό υπερβαίνει τις 100.000,00 ευρώ. Η εισφορά επιβάλλεται στο σύνολο του καθαρού εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2010, όπως αυτό  προσδιορίσθηκε  με βάση τις διατάξεις της παρ. 19 του άρθρου 31 και της παρ. 7 του άρθρου 105 Κ.Φ.Ε.

Ειδικά για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Λ.Π.), η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, εφόσον αυτά ήταν μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως προκύπτουν με βάση τα άρθρα 31 και 105 Κ.Φ.Ε, εφόσον υπερβαίνουν τις 100.000,00 ευρώ.

Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 Ν.3845/2010, ο τρόπος υπολογισμού της επιβληθείσας  έκτακτης εισφοράς περιλαμβάνει διαφοροποιούμενους συντελεστές, που αυξάνονται προοδευτικά ανάλογα με το ύψος των συνολικών καθαρών κερδών, ως εξής:
-4% για συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη μέχρι και 300.000,00 ευρώ,
-6% για διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή καθαρών κερδών  από 300.001,00 ευρώ έως και 1.000.000,00 ευρώ,
-8% για διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή καθαρών κερδών  από 1.000.001,00 έως 5.000.000,00 και
-10% για διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή καθαρών κερδών  από 5.000.00,00 ευρώ και άνω.

Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, ώστε τα εναπομένοντα συνολικά καθαρά κέρδη ή εισοδήματα που αποτελούν τη βάση προσδιορισμού της, να μην υπολείπονται του ποσού των 100.000,00 ευρώ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου, ως συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη λαμβάνεται το ποσό που προκύπτει αναλογικά για τους δώδεκα μήνες.

Εξάλλου, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα συνολικά καθαρά κέρδη, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το διπλάσιο του μέσου όρου των συνολικών καθαρών εισοδημάτων ή των καθαρών κερδών των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών, 2008 και 2009. Επίσης, αν για κάποιο από τα προηγούμενα έτη (οικονομικά έτη 2008 ή 2009) δεν δημοσιεύθηκαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π., τότε λαμβάνονται υπόψη μόνο τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους για το οποίο έχει γίνει δημοσίευση.

Για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο. Η  έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της επιχείρησης κατά Κ.Φ.Ε, ενώ η προθεσμία άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της  προκύπτουσας διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη του ποσού της βεβαιωθείσας εισφοράς (άρθρο 5 παρ. 6 και 6 Ν.3845/2010).

Τέλος, στην παράγραφο 8 του άρθρου 5 Ν.3845/2010 ορίζεται ότι η βεβαιωθείσα έκτακτη εισφορά είναι καταβλητέα σε 12 ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μηνός Ιανουαρίου 2011, και η καθεμία από τις επόμενες, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες, αντίστοιχα, ημέρα. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 1.000,00 ευρώ, ενώ αν η καταβολή του συνόλου της έκτακτης εισφοράς γίνει μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, χορηγείται στον υπόχρεο έκπτωση 2%, εξαιρουμένης της περίπτωσης που το σύνολο της έκτακτης εισφοράς είναι καταβλητέο σε μία μόνο δόση.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 28/5/2013