Συμβάσεις Εργασίας

Οι συμβάσεις εργασίας ρυθμίζονται από τα άρθρα 648 έως 680 του Αστικού Κώδικα αλλά και από ειδικότερους εργατικούς νόμους. Σύμφωνα με το α. 648 ΑΚ σύμβαση εργασίας είναι η γραπτή ή προφορική συμφωνία, βάσει της οποίας  ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός (ο εργοδότης) να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό.

Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν συμφωνήθηκε ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια του χρόνου εργασίας ή όταν αυτή προφανώς προκύπτει από το είδος και τη φύση της εργασίας για την οποία έχει προσληφθεί ο εργαζόμενος. Στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος παραμένει στην εργασία του με τη συγκατάθεση του εργοδότη και μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας τότε θεωρείται ότι η σύμβαση εργασίας ανανεώθηκε σιωπηρά. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης είναι η εργασία να εξακολουθεί να παρέχεται με τους ίδιους όρους, διαφορετικά πρόκειται για νέα σύμβαση εργασίας. Με τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου εξομοιώνεται και η σύμβαση εργασίας για την εκτέλεση ορισμένου έργου καθώς και η σύμβαση με την οποία ο εργοδότης προσλαμβάνει τον μισθωτό είτε για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών είτε για την αναπλήρωση μισθωτού που απουσιάζει λόγω ασθένειας. Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου παύει να ισχύει όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συμφωνήθηκε  ή όταν τελειώσει η εκτέλεση του έργου για το οποίο αυτή συνάφθηκε. Συνεπώς για τη λήξη της δεν απαιτείται καταγγελία της σύμβασης ούτε καταβολή αποζημίωσης.

Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν η χρονική διάρκεια της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται από το είδος και το σκοπό της σύμβασης. Η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λήγει μόνο με καταγγελία από τον εργοδότη ή το μισθωτό. Σύμφωνα με το α. 672 ΑΚ «κάθε ένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία».

Απασχόληση με δοκιμή

Σχέση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει  και στις περιπτώσεις που ο εργοδότης επιθυμεί να προσλάβει κάποιον μισθωτό στην επιχείρησή του για να δοκιμάσει τις ικανότητές του. Η σύμβαση εργασίας με δοκιμή εμφανίζεται με τις κάτωθι  μορφές:

α) Σαν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία συμφωνείται η λύση της σύμβασης αυτοδικαίως μετά την πάροδο της δοκιμαστικής περιόδου.

β) Σαν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η σύμβαση αυτή κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου  τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση ότι θα ισχύει μέχρι να καταγγελθεί από τον εργοδότη για ακαταλληλότητα του εργαζομένου.

Η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας

Το άρθρο 13 του Ν. 3899/2010 λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προσαρμογής των επιχειρήσεων στις συνθήκες της αγοράς, με στόχο τη δημιουργία ή  τη διατήρηση των θέσεων εργασίας αλλά  και τη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, προβλέπει την Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Με τη σύμβαση αυτή οι αποδοχές και οι συνθήκες εργασίας είναι δυνατόν να αποκλίνουν από τις αντίστοιχες προβλεπόμενες στην κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όχι όμως σε κατώτερο επίπεδο από τις προβλεπόμενες στην Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Με την Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μπορούν να ρυθμίζονται ποικίλα θέματα που αφορούν την  επιχείρηση, όπως οι αποδοχές, ο αριθμός των θέσεων εργασίας, όροι και προϋποθέσεις μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασίας κλπ. Μπορεί ακόμη να καταρτιστεί και από εργοδότη που απασχολεί λιγότερους από 50 εργαζόμενους με το αντίστοιχο επιχειρησιακό σωματείο και αν δεν υπάρχει με το αντίστοιχο κλαδικό ή με την αντίστοιχη ομοσπονδία.

Διαδικασία

Η διαδικασία για τη σύναψη της Ειδικής Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης είναι αυστηρή και για να είναι έγκυρη η σύναψή της πρέπει να τηρηθούν όλα όσα προβλέπονται στο νόμο. Για την προστασία των εργαζομένων καθοριστικός είναι ο ρόλος και η μεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας.

Αρχικά πρέπει να γίνει γνωστοποίηση από το ένα μέρος στο άλλο της ανάγκης που έχει προκύψει στην επιχείρηση για τη σύναψη της σύμβασης με πρόσκληση για συζήτηση. Ταυτόχρονα πρέπει να γίνει κοινοποίηση της πρόσκλησης και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Στη συνέχεια ακολουθεί σειρά συζητήσεων και διαπραγματεύσεων προκειμένου να καταλήξουν σε ένα κείμενο συμπερασμάτων, από το οποίο να προκύπτει η αναγκαιότητα για τη σύναψή της σύμβασης και όλες οι λεπτομέρειες της. Οι όροι της σύμβασης προσδιορίζονται από τον εργοδότη και τους εργαζόμενους στο πλαίσιο της επιχείρησης και ισχύουν για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται από την ίδια τη σύμβαση.

Τα μέρη αφού καταλήξουν σε συμφωνία τόσο για την αναγκαιότητα της σύμβασης όσο και για τα θέματα τα οποία πρόκειται να  ρυθμίσουν με αυτή, υποβάλλουν από κοινού, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, αιτιολογική έκθεση των λόγων που δικαιολογούν την πρόθεσή τους για την κατάρτιση της ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας προς το Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.), το οποίο γνωμοδοτεί για την σκοπιμότητα κατάρτισής της μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 20 ημερών, μετά την πάροδο της οποίας τεκμαίρεται η χορήγησή της. Με την ίδια διαδικασία συμφωνείται και η τυχόν παράτασή της.

Η σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως σε τρία πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται από τους αντιπροσώπους των μερών. Το ένα από αυτά κατατίθεται από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο στην αρμόδια κατά τόπο Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχίας όπου καταρτίσθηκε η σύμβαση.

Στο έγγραφο  της σύμβασης πρέπει να αναφέρονται τα μέρη που συμβλήθηκαν και οι εκπρόσωποί τους, η χρονολογία της κατάρτισης της, η έκταση εφαρμογής της και η διάρκειά της.

Η Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική σύμβαση αρχίζει από την υπογραφή της. Τηρείται  δημοσιότητα αυτής και υπάρχει σχετικό αρχείο στην Επιθεώρηση Εργασίας της περιφέρειας του τόπου κατάρτισής της. Η υπηρεσία χορηγεί αντίγραφα της σύμβασης σε κάθε ενδιαφερόμενο κατόπιν σχετικής αίτησης.

Σε περίπτωση παραβίασης όσων προβλέπονται στο νόμο σχετικά με τη σύναψη των  Ειδικών Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, η σύμβαση είναι άκυρη και σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.