Αρχική Ειδικά Θέματα Έλεγχος ρευστών διαθεσίμων (μετρητών) που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Έλεγχος ρευστών διαθεσίμων (μετρητών) που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Τόσο η Ενωσιακή όσο και η εθνική νομοθεσία έχουν θεσπίσει και εισάγει την υποχρέωση όπως κάθε εξερχόμενο ή εισερχόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση φυσικό πρόσωπο να δηλώνει τα ρευστά διαθέσιμα που μεταφέρει. Εκτός από το πλαίσιο αυτό, κρίσιμο είναι να διευκρινισθεί και η υποχρέωση δήλωσης αυτών κατά τη μετακίνηση εντός των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ε.Ε., τα ρευστά διαθέσιμα που μεταφέρει φυσικό πρόσωπο εισερχόμενο ή εξερχόμενο από την Ε.Ε. υπόκεινται στην αρχή της υποχρεωτικής δήλωσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού ΕΚ 1889/2005, «κάθε φυσικό πρόσωπο που εισέρχεται ή εξέρχεται από την Ε.Ε. και μεταφέρει  ρευστά διαθέσιμα αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των 10.000 ευρώ δηλώνει το εν λόγω ποσό στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μέσω των οποίων εισέρχεται ή εξέρχεται από την Ε.Ε.». 

Στο πλαίσιο της εναρμονισμένης ελληνικής Τελωνειακής νομοθεσίας [Ν. 2960/22-11-01 (ΦΕΚ Α 265/22-11-01)], οι τελωνειακές αρχές είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των ρευστών διαθεσίμων που κομίζονται από πρόσωπα τα οποία εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ε.Ε. στα πλαίσια της εφαρμογής κοινοτικών ρυθμίσεων και τα εισερχόμενα ή εξερχόμενα φυσικά πρόσωπα θα πρέπει να υποβάλουν ενυπόγραφη δήλωση των ρευστών που μεταφέρουν, αιτούμενα θεωρημένο αντίγραφο αυτής. Κρίσιμο είναι να σημειωθεί αφ’ ενός ότι τυχόν ανακριβής ή ελλιπής πληροφορία δεν εκπληρώνει την υποχρέωση δήλωσης και αφετέρου ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να υποβάλουν σε έλεγχο τόσο τα φυσικά πρόσωπα (σωματικός έλεγχος), όσο και τις αποσκευές τους και τα μεταφορικά τους μέσα.   

Σημαντικός, επιπλέον, ορισμός για το σκοπό του Κανονισμού 1889/2005 είναι τα «ρευστά διαθέσιμα», καθώς στον όρο αυτό υπάγονται όχι μόνο τα μετρητά, αλλά και διαπραγματεύσιμοι τίτλοι στον κομιστή και άλλα αξιόγραφα στον κομιστή (επιταγές, συναλλαγματικές, γραμμάτια εις διαταγήν κλπ). Στον όρο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται ο χρυσός, τα πολύτιμα μέταλλα και οι πολύτιμοι λίθοι, τα οποία χρησιμοποιούνται εξίσου ευρέως ως μέσα συναλλαγής ή μεταφορά αξίας.    

Σκοπός του Κανονισμού 18898/2005 και της θέσπισης της αρχής της υποχρεωτικής δήλωσης είναι η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και η πρόληψη της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η ανομοιογένεια της νομοθεσίας των κρατών μελών και το διαφορετικό επίπεδο ελέγχου παραβλάπτουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Επιλέγεται, λοιπόν, η εναρμόνιση των βασικών στοιχείων σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε να διασφαλισθεί ισοδύναμο επίπεδο ελέγχου των κινήσεων ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή διέρχονται τα σύνορα της Ε.Ε.. Η υποχρεωτική αυτή δήλωση επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να συγκεντρώνουν πληροφορίες για τις κινήσεις των ρευστών διαθεσίμων, οι οποίες κατά περίπτωση διαβιβάζονται σε άλλες αρχές για την πρόληψη ή/και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες – εγκληματικές δραστηριότητες.

Η μη συμμόρφωση και παραβίαση της υποχρέωσης δήλωσης επισύρει διοικητικό πρόστιμο, βάσει τόσο του Κανονισμού 1889/2005 (άρθρ. 3,4 και 9) όσο και της εθνικής νομοθεσίας. Στο ελληνικό δίκαιο κι ειδικότερα στο άρθρο 147 του Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 2960/2001), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζεται ότι «Για τη μη υποβολή δήλωσης περί ρευστών διαθεσίμων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καν. (ΕΚ) 1889/2005 επιβάλλεται στον υπαίτιο χρηματικό πρόστιμο ίσιο με το 25% του ποσού των μη δηλωθέντων. Το ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται και στις περιπτώσεις ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης των παρεχόμενων πληροφοριών». Επιπλέον, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση δήλωσης του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή επιπλέον δύναται, με ειδική απόφασή της, να δεσμεύσει το μέγιστο για τρεις (3) μήνες (τυχόν παράτασή της είναι εφικτή με εισαγγελική παραγγελία ή άλλη ενέργεια αρμοδιότητας της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες) και το υπόλοιπο 75% των ρευστών διαθεσίμων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί σχετική έρευνα στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.  

Σε κάθε περίπτωση δέσμευσης ρευστών διαθεσίμων, αντίγραφο της δήλωσης που υπεβλήθη ελλιπώς ή ανακριβώς ή της δήλωσης περί καταχώρισης πληροφοριών, καθώς και αντίγραφο της απόφασης δέσμευσης διαβιβάζονται στην Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες για τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας. Όταν από την έρευνα αυτή, δεν προκύψει νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όσα εκ των ρευστών διαθεσίμων δεν παρακρατούνται ως χρηματικό πρόστιμο, αποδεσμεύονται με απόφαση του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής. Όταν, όμως, από την έρευνα προκύψει νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η υπόθεση παραπέμπεται στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και πραγματοποιείται παρακατάθεση των δεσμευθέντων ρευστών διαθεσίμων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από την αρμόδια τελωνειακή αρχή. 

Ένδικα μέσα προστασίας φυσικού προσώπου κατά της απόφασης δέσμευσης ρευστών διαθεσίμων  

Στην περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης δήλωσης ρευστών διαθεσίμων, συντάσσεται διαπιστωτική πράξη παράβασης στην οποία αναγράφεται εκτός των άλλων το είδος και η αξία των ρευστών διαθεσίμων και οι προβλεπόμενες από την παρ. 8 του άρθρου 147 του Ν. 2960/2001 διοικητικές κυρώσεις. Η διαπιστωτική πράξη υπογράφεται από τους αρμόδιους τελωνειακούς υπαλλήλους και θεωρείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο. Εν συνεχεία, ακολουθεί η έκδοση καταλογιστικής πράξης για την επιβολή του προστίμου. 

Της καταλογιστικής πράξης προηγείται σε κάθε περίπτωση κλήση προς απολογία στον ελεγχόμενο, η δε απολογία λαμβάνεται εγγράφως και γίνεται μνεία επί της καταλογιστικής πράξης. 

Το τελωνείο προβαίνει στην είσπραξη του προστίμου με παρακράτηση του ποσού από τα ρευστά διαθέσιμα και η προθεσμία της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την είσπραξη του προστίμου.

Ένδικο βοήθημα: 

 Ο ελεγχόμενος δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά της εν λόγω καταλογιστικής πράξης.

Καθ’ ύλην αρμοδιότητα δικαστηρίου:

Στο πλαίσιο εκδίκασης τελωνειακών εν γένει διαφορών, «των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, αυτή ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, αυτή ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο εφετείο». 

Προθεσμία: 

Η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά νόμο επίδοση της πράξης ή σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που ο ελεγχόμενος έλαβε αποδεδειγμένα πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Αν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής διαμένει στην αλλοδαπή, η προθεσμία ορίζεται στις ενενήντα (90) ημέρες. 

Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ε.Ε. 

Εκτός της ως άνω ευρωπαϊκής νομοθετικής ρύθμισης, ανακύπτουν ερωτήματα και ζητήματα αναφορικά με τις εκάστοτε εθνικές ρυθμίσεις περί της δήλωσης ρευστών διαθεσίμων. Κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει μηχανισμούς και συστήματα ελέγχου κίνησης των ρευστών διαθεσίμων, ακόμη κι αν πρόκειται για μεταφορά από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε.. 

Με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (12.08.2010) κοινοποιήθηκε ότι τα ακόλουθα κράτη μέλη έχουν υιοθετήσει κι εφαρμόζουν τέτοιους ενδοενωσιακούς ελέγχους ρευστών διαθεσίμων (άνω των 10.000 ευρώ) στα σύνορα με άλλα κράτη μέλη: Βέλγιο, Βουλγαρία, Κύπρος, Δανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Μάλτα, Πολωνία, Πορτογαλία, Γερμανία. Πλην όμως, τα ακόλουθα κράτη μέλη δεν έχουν υιοθετήσει τέτοιους ενδοενωσιακούς μηχανισμούς και υποχρεώσεις δήλωσης: Τσεχία, Εσθονία, Ελλάδα, Φινλανδία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σουηδία, Σλοβενία. Κατά συνέπεια, η μεταφορά ρευστών διαθεσίμων από και προς τα τελευταία κράτη μέλη είναι ελεύθερη, καθώς δεν υπόκειται σε υποχρέωση δήλωσης. 

Στο ίδιο πλαίσιο, θα πρέπει να υπογραμμισθεί και να επισημανθεί ότι αναφορικά με την Ελλάδα και λόγω των πρόσφατων νομοθετικών περιορισμών, ισχύει η ακόλουθη ρύθμιση: «Επιτρέπεται ειδικώς η μεταφορά χαρτονομισμάτων σε ευρώ ή και σε ξένο νόμισμα έως του ποσού των ευρώ δύο χιλιάδων (2.000) ή του ισόποσου σε ξένο νόμισμα ανά φυσικό πρόσωπο και ανά ταξίδι στο εξωτερικό. Από τον περιορισμό αυτό εξαιρούνται οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού». 

Πρόσφατη Νομολογία: 

Σύμφωνα με την Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-17/16 Oussama El-Dakkak και Intercontinental SARL κατά Administration des douanes et droits indirects, η ως άνω υποχρέωση δήλωσης των ρευστών διαθεσίμων αξίας μεγαλύτερης των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000€) εφαρμόζεται και στις ζώνες διεθνούς διέλευσης των αερολιμένων που βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ειδικότερα, ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο ταξιδεύει από ένα κράτος μη μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης προς ένα κράτος μη μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης, πλην όμως διερχόμενο από αερολιμένα ευρισκόμενο σε κράτος μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης, υπόκειται, κατά τη διέλευσή του, στην εν λόγω υποχρέωση δήλωσης ρευστών διαθεσίμων. 

Οι αερολιμένες αποτελούν τμήμα του εδάφους της Ένωσης κι ο Κανονισμός (ΕΚ) 1889/2005 δεν αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής της υποχρέωσης δήλωσης στις ζώνες διεθνούς διέλευσης των εν λόγω αερολιμένων.

Η υποχρέωση δήλωσης έχει ως σκοπό να προλάβει, να αποτρέψει και να απαλείψει την εισαγωγή των προϊόντων παράνομων δραστηριοτήτων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την περαιτέρω νομιμοποίησή τους. Για το λόγο αυτό η έννοια του «φυσικού προσώπου που εισέρχεται ή εξέρχεται» από την Ένωση ερμηνεύεται διασταλτικά προς ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του προβλεπόμενου στον Κανονισμό μηχανισμού ελέγχου των κινήσεων ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ένωση. 

Πρόταση Κανονισμού σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ένωση και Κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 

Η Επιτροπή, έπειτα από αξιολόγηση του βαθμού επιτυχίας κι εκπλήρωσης των στόχων του Κανονισμού 1889/2005, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά τις συνολικά ικανοποιητικές επιδόσεις του Κανονισμού, ορισμένοι τομείς είναι προβληματικοί και θα πρέπει να ενισχυθούν, προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία του Κανονισμού. 

Ειδικότερα, η παρούσα πρόταση στοχεύει στην επίλυση των εξής ζητημάτων:

α) Πλημμελής κάλυψη των διασυνοριακών κινήσεων ρευστών διαθεσίμων 

 Πρόβλεψη δήλωσης/γνωστοποίησης για τα ασυνόδευτα μετρητά (με αποστολές ταχυδρομείου, εμπορευμάτων ή ταχυμεταφορών). 

β) Δυσκολίες όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών

 Πρόβλεψη ενεργητικής διαβίβασης των πληροφοριών στις αρμόδιες Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΧΠ) κι η ανταλλαγή, όχι προαιρετικά, δεδομένων με αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τη διακρατική πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. 

γ) Αδυναμία των αρμόδιων αρχών να προβούν σε προσωρινή δέσμευση ποσών μικρότερων από το κατώτατο όριο 

Πρόβλεψη δυνατότητας προσωρινής δέσμευσης ρευστών διαθεσίμων είτε σε περίπτωση μη υποβολής της απαιτούμενης δήλωσης ή μη γνωστοποίησης είτε σε περίπτωση ύπαρξης ενδείξεων εγκληματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσού. 

δ) Ατελής ορισμός των «ρευστών διαθεσίμων»

Σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, ως ρευστά διαθέσιμα νοούνται «τα μετρητά που τίθενται σε κυκλοφορία ως μέσο συναλλαγής ή ως διαπραγματεύσιμοι τίτλοι στον κομιστή». Ωστόσο, έχουν επισημανθεί περιπτώσεις στις οποίες εγκληματίες έχουν προβεί σε σημαντικές κινήσεις ιδιαίτερα ρευστοποιήσιμων αγαθών, όπως ο χρυσός για τη μεταφορά αξίας. Είναι επίσης αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η αύξηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, της διαδικτυακής απάτης και των παράνομων διαδικτυακών αγορών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα προπληρωμένα μέσα πληρωμών. Απαιτείται η επέκταση του ορισμού των ρευστών διαθεσίμων ώστε να συμπεριλαμβάνει τις εν λόγω μεθόδους πληρωμής και να καλυφθεί συνεπώς το σχετικό νομοθετικό κενό που έχει επισημανθεί από τις υπηρεσίας επιβολής του νόμου. 

ε) Αποκλίνουσες κυρώσεις λόγω μη υποβολής δήλωσης στα κράτη μέλη 

Όταν τέθηκε σε ισχύ ο παρών Κανονισμός επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις επιβαλλόμενες κυρώσεις, χωρίς ωστόσο να προβλέπει αντίστοιχη υποχρέωση για τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους. Νέο στοιχείο αποτελεί η υποχρέωση των κρατών μελών να τηρούν την Επιτροπή ενήμερη για τυχόν τροποποιήσεις των οικείων διατάξεων σχετικά με την επιβολή κυρώσεων μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού. 

στ) Διαφορετικά επίπεδα εφαρμογής μεταξύ των κρατών μελών 

Ανατίθενται στην Επιτροπή εκτελεστικές εξουσίες για τη θέσπιση μέτρων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής των ελέγχων, με τη δημιουργία μεταξύ άλλων, των υποδειγμάτων για τα έντυπα δήλωσης και γνωστοποίησης καθώς και με την κατάρτιση των τεχνικών κανόνων για την ανταλλαγή πληροφοριών και των κανόνων και του μορφοτύπου για τη διαβίβαση από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή των ανώνυμων στατιστικών πληροφοριών σχετικά με τις δηλώσεις και τις παραβάσεις.  

Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1889/2005 σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων εκδόθηκε κι εφαρμόστηκε με σκοπό να εναρμονίσει τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες  και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και μίας οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Τα αποτελέσματά του έχουν αξιολογηθεί και τα Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα έχουν αρχίσει τις απαραίτητες ενέργειες βελτίωσης κι εναρμόνισης του πλαισίου ελέγχου.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 12/5/2017