Αρχική Ειδικά Θέματα Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων στην Ελλάδα

Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων στην Ελλάδα

Το  νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο διέπει τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέχει τις κρίσιμες ρυθμίσεις αναφορικά με τα Δελτία Δεδομένων Ασφαλείας και την πιθανή ευθύνη μίας εταιρείας που δραστηριοποιείται στον κλάδο των 3PL υπηρεσιών κατά τη λειτουργία της αλυσίδας εφοδιασμού τέτοιων εμπορευμάτων.  

Το σύνολο των ενεργειών, της δραστηριότητας και ευθύνης μίας εταιρείας που δραστηριοποιείται στον τομέα Logistics κι ειδικότερα στην αποθήκευση και διανομή επικίνδυνων εμπορευμάτων, αυτή διέπεται από:  

τον Κανονισμό 1907/2006 REACH για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων και την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων. 

τον Κανονισμό 1272/2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων.  

την Ευρωπαϊκή Συμφωνία ADR για την οδική μεταφορά πετρελαιοειδών και άλλων επικίνδυνων ουσιών 

την Οδηγία 2012/18/EE SEVESO III για την πρόληψη των κινδύνων από Βιομηχανικά ατυχήματα. 

Κύριοι ορισμοί των ως άνω νομοθετημάτων είναι οι ακόλουθοι: 

Παραγωγός αντικειμένου: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο παράγει ή συνθέτει αντικείμενο εντός της Κοινότητας 

Παρασκευαστής: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και παρασκευάζει μία ουσία εντός της Κοινότητας 

Εισαγωγέας: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και είναι υπεύθυνο για την εισαγωγή 

Μεταγενέστερος χρήστης: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από τον παρασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και χρησιμοποιεί μία ουσία κατά τη βιομηχανική ή επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο διανομέας ή καταναλωτής δεν είναι μεταγενέστερος χρήστης. 

Διανομέας: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα, συμπεριλαμβανομένου του εμπόρου λιανικής πώλησης, και απλώς αποθηκεύει και διαθέτει σε τρίτους στην αγορά μία ουσία είτε υπό καθαρή μορφή είτε σε μείγμα. 

Προμηθευτής: ο παραγωγός, ο εισαγωγέας, μεταγενέστερος χρήστης ή διανομέας που διαθέτει στην αγορά μία ουσία, είτε υπό καθαρή μορφή είτε σε μείγμα.

  Φορείς της αλυσίδας εφοδιασμού: όλοι οι παρασκευαστές ή/και εισαγωγείς ή/και μεταγενέστεροι χρήστες μίας αλυσίδας εφοδιασμού. 

Από τους ως άνω ορισμούς προκύπτει ότι μία εταιρεία Logistics δύναται να υπαχθεί μόνο στην έννοια του διανομέα και υπό τις προϋποθέσεις των ως άνω κανονισμών του προμηθευτή. 

Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις κι η ευθύνη του διανομέα και του προμηθευτή στις περιπτώσεις αυτές διαφοροποιούνται από τις υποχρεώσεις και την ευθύνη των φορέων της αλυσίδας εφοδιασμού (παρασκευαστών, εισαγωγέων και μεταγενέστερων χρηστών της ουσίας). 

Κατόπιν έρευνας και μελέτης του Κανονισμού 1907/2006 του ΕΚ (REACH), όπως ισχύει σήμερα στην Ελλάδα (επιβεβαιωμένο κι από το Γενικό Χημείο του Κράτους) κι αναφορικά με τα Δελτία Δεδομένων Ασφαλείας, παρατίθεται τα κατωτέρω συμπεράσματα. 

Εντός του πεδίου εφαρμογής του Κανονισμού, οι φορείς της αλυσίδας εφοδιασμού (οριζόμενοι ως οι παρασκευαστές ή εισαγωγείς ή μεταγενέστεροι χρήστες μίας ουσίας, αποκλειόμενου του διανομέα) διενεργούν εκθέσεις χημικής ασφάλειας κι αξιολόγηση χημικής ασφάλειας για μία ουσία, εξασφαλίζοντας ότι οι πληροφορίες του Δελτίου Δεδομένων Ασφαλείας συμφωνούν με τις πληροφορίες της αξιολόγησης αυτής. Επομένως, οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για την ορθότητα και την πληρότητα των στοιχείων των Δελτίων Δεδομένων Ασφαλείας που παρέχουν στο διανομέα προς διάθεση σε τρίτους. 

Η μόνη περίπτωση κατά την οποία ο διανομέας απαιτείται να καταρτίσει ευθυνόμενος ο ίδιος για το περιεχόμενό του Δελτίο Δεδομένων Ασφαλείας, ορίζεται στο άρθρο 31 παρ. 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 37 παρ. 2 του Κανονισμού. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση χημικής ασφάλειας από μεταγενέστερο χρήστη, ο μεταγενέστερος χρήστης ή διανομέας μπορεί να παρέχει πληροφορίες για να συμβάλλει στην προετοιμασία μίας καταχώρισης. Οι διανομείς στην περίπτωση αυτή διαβιβάζουν τις πληροφορίες για πιθανά σενάρια έκθεσης μίας ουσίας στον αμέσως προηγούμενο φορέα ή διανομέα της αλυσίδας εφοδιασμού. Οι μεταγενέστεροι χρήστες που λαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές μπορούν να καταρτίζουν σενάριο έκθεσης για την προσδιοριζόμενη χρήση ή να διαβιβάζουν τις πληροφορίες αυτές στον προηγούμενο φορέα της αλυσίδας εφοδιασμού. Στην περίπτωση, λοιπόν, πληροφοριών διαβιβαζόμενων για νέα χρήση της ουσίας, κάθε διανομέας διαβιβάζει τα σχετικά σενάρια έκθεσης και χρησιμοποιεί τις λοιπές πληροφορίες, από το δελτίο δεδομένων ασφαλείας που του παρέχεται όταν καταρτίζει το δικό του δελτίο δεδομένων ασφαλείας για χρήσεις για τις οποίες έχει διαβιβάσει πληροφορίες. 

Κατά συνέπεια, ο διανομέας ή ο αποθηκευτής (βάσει του Κανονισμού, εμπεριέχονται οι δύο ιδιότητες στην έννοια του διανομέα) δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο των Δελτίων Δεδομένων Ασφαλείας που του παρέχονται. Η μόνη περίπτωση γέννησης ευθύνης του διανομέα είναι κατά την κατάρτιση δικού του Δελτίου Δεδομένων Ασφαλείας βάσει νέων επισυναπτόμενων σεναρίων έκθεσης, τα οποία διαβιβάζει με το δικό του δελτίο. 

Προκύπτει, επομένως, ότι αρχική ευθύνη σύνταξης του ΔΔΑ έχει ο πρώτος στην αλυσίδα εφοδιασμού (παρασκευαστής, εισαγωγέας, αποκλειστικός αντιπρόσωπος), ενώ στα επόμενα στάδια της αλυσίδας, ευθύνη για το περιεχόμενο ενδεχομένως έχει ο άμεσος προμηθευτής (βάσει της έννοιας «προμηθευτής» του Κανονισμού εμπεριέχεται κι ο διανομέας που διαθέτει στην αγορά μία ουσία) ακόμη κι αν δεν έχει συντάξει ο ίδιος το Δελτίο Δεδομένων Ασφαλείας.

Ειδικότερα όσον αφορά στη δραστηριότητα της αποθήκευσης κατ’ εφαρμογή της SEVESO III (ΦΕΚ 354Β/2016):  

Σύμφωνα με τους ορισμούς της SEVESO II κι ειδικότερα τους ορισμούς «εγκατάσταση δραστηριότητας» και «φορέας εκμετάλλευσης», προκύπτει ότι μία εταιρεία Logistics ως φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης είναι κατά νόμο υπεύθυνη για τη διαχείριση και λειτουργία της εγκατάστασης. Επιπλέον, η εταιρεία ως φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας, τις υγειονομικές διατάξεις, καθώς και τις ειδικότερες διατάξεις που προβλέπονται στη SEVESO III, για την πρόληψη των μεγάλων ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους στη δημόσια υγεία και στο περιβάλλον. Η εταιρεία ως φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να αποδεικνύει κάθε στιγμή στην αρχή που είναι αρμόδια για τη διενέργεια των επιθεωρήσεων ή ελέγχων (τακτικών ή εκτάκτων), ότι έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που προβλέπονται στη SEVESO III. Η οδηγία αυτή εν συνεχεία κάνει λόγο για την απαραίτητη Μελέτη Ασφαλείας και τις απαραίτητες κοινοποιήσεις στις αρμόδιες αρχές, τις οποίες υποχρεούται να διενεργήσει ο φορέας εκμετάλλευσης. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, κρίνεται σκόπιμο όπως η εταιρεία Logistics έχει η ίδια εσωτερικά δρομολογήσει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες (risk assessment and mitigation measures) προκειμένου να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με την Οδηγία. 

Οι ρυθμίσεις της Οδηγίας SEVESO III  ορίζουν ρητά ότι ο φορέας εκμετάλλευσης είναι υπόχρεος για την ορθή ταξινόμηση των επικίνδυνων ουσιών και μειγμάτων κι έχει περαιτέρω την ευθύνη για την κατάταξη της εγκατάστασης ως ανώτερης ή κατώτερης βαθμίδας, λαμβάνοντας υπόψη τον αθροιστικό κανόνα, δηλαδή τις αντίστοιχες ποσότητες των επικίνδυνων ουσιών που υπάρχουν ή ενδέχεται να υπάρξουν στην εγκατάσταση, καθώς και την τήρηση των απαιτήσεων, που κατά περίπτωση, προβλέπονται. Επιπλέον, ορθώς αναφέρεται ότι η ευθύνη για την ορθή ταξινόμηση των επικίνδυνων ουσιών και μειγμάτων μπορεί να μεταβιβαστεί στους αποθέτες κι ορθότερα στους «παρασκευαστές», οι οποίοι σύμφωνα με τον Κανονισμό CLP είναι υπεύθυνοι για τον προσδιορισμό των κινδύνων των ουσιών και των μειγμάτων, καθώς και τη λήψη της απόφασης για την ταξινόμησή τους. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, η εταιρεία Logistics, προκειμένου να τηρήσει την υποχρέωσή της προς ορθή ταξινόμηση και ορθή κατάταξη της εγκατάστασής της ως κατώτερης ή ανώτερης βαθμίδας, δύναται να ελέγχει και σε περίπτωση σφάλματος ή ελλείψεως να επιστρέφει τα έγγραφα ταξινόμησης στον αποθέτη – πελάτη προς επισκόπηση και διόρθωση. Ο μόνος τρόπος να τηρήσει την υποχρέωσή της προς ορθή ταξινόμηση και ορθή κατάταξη είναι να λαμβάνει πλήρη και ορθά έγγραφα υπό την ευθύνη του πελάτη και στην περίπτωση που κατά τον έλεγχό τους εντοπισθεί έλλειψη ή σφάλμα, να επιστρέφει αυτά, αποποιούμενη της ευθύνης να προχωρήσει σε ταξινόμηση και κατάταξη με λανθασμένα έγγραφα ταξινόμησης.

Όσον αφορά στη δραστηριότητα της μεταφοράς («διανομής»), σημειώνεται ότι: 

Βάσει της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας ADR για την οδική μεταφορά πετρελαιοειδών και άλλων επικίνδυνων ουσιών, η εταιρεία Logistics εμπίπτει και υπάγεται στην έννοια του «αποστολέα», καθώς ορίζεται ως η επιχείρηση που αποστέλλει επικίνδυνα εμπορεύματα είτε για λογαριασμό είτε για λογαριασμό τρίτων. Κατά συνέπεια, ορθώς αναφέρεται ότι ο αποθέτης έχει την ευθύνη όπως συντάξει και προσκομίσει στην εταιρεία πλήρη και ορθά έγγραφα και Δελτία Δεδομένων Ασφαλείας, πλην όμως στη συνέχεια αυτή, αναλαμβάνοντας το ρόλο του «Αποστολέα» υπέχει κι η ίδια την ευθύνη για την ορθότητα και την πληρότητα των εγγράφων μεταφοράς των επικίνδυνων εμπορευμάτων. 

Αναφορικά με το ρόλο της εταιρείας Logistics στην εφοδιαστική αλυσίδα κρίνεται ότι η έννοια του «διανομέα» αφορά σε αντιπροσώπους – dealers , που διενεργούν συναλλαγές είτε απλές είτε τριγωνικές και μπορεί να απαρτίζονται από μόνο ένα πρόσωπο κι ένα γραφείο. Κατά συνέπεια, η εταιρεία αυτή σε καμία περίπτωση δε δύναται να υπαχθεί στην έννοια του «διανομέα». Ο ρόλος της εταιρείας συνοψίζεται στην αποθήκευση και τη μεταφορά, ενδεχομένως, επικίνδυνων εμπορευμάτων. Επειδή, όμως, οι ρόλοι κι οι έννοιες αυτές δεν ενυπάρχουν στο κείμενο του Κανονισμού Reach για την καταχώριση, αξιολόγηση, αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων, εξάγονται αναλογικά και συνδυαστικά από τα εξής νομοθετήματα και τις ρυθμίσεις αυτών. 

α) Νόμος 4014/21.09.2011 για την Περιβαλλοντική Αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων

β) ΥΑ 172058/17.02.2016 που συμμορφώνεται με την οδηγία 2012/18/ΕΕ SEVESO III. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Ν. 4014/2011 και τις ρυθμίσεις αυτού, όπως εξειδικεύονται με την ΥΑ 1958/12 (ΦΕΚ 21/Β/2012) όλα τα έργα και οι δραστηριότητες για τα οποία απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση έχουν καταταγεί σε δυο κατηγορίες: την Α (η οποία υποδιαιρείται στις υποκατηγορίες Α1 και Α2) και την Β και σε 12 ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες. 

Τέλος, όσον αφορά στο ρόλο του «μεταφορέα» επικίνδυνων εμπορευμάτων λαμβάνουμε ως σημείο αναφοράς τις ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας ADR, όπου και καθίσταται σαφές ότι πρέπει να διορισθεί από το φορέα εκμετάλλευσης ένας Σύμβουλος για την Ασφαλή Μεταφορά Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ΣΑΜΕΕ), με τα απαιτούμενα βάσει νόμου προσόντα και γνώσεις, του οποίου ο διορισμός θα κοινοποιηθεί στις αρμόδιες Αρχές. Το πλαίσιο καθηκόντων του Συμβούλου περιλαμβάνει την παρακολούθηση των πρακτικών και των διαδικασιών κατά τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 6/2/2017