Αρχική Ειδικά Θέματα Επίσχεση εργασίας

Επίσχεση εργασίας

Από το συνδυασμό των άρθρων 325, 349 και 656 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο μισθωτός διατηρεί κατά του εργοδότη του ληξιπρόθεσμες αξιώσεις από δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς, δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας (ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1586/2010, ΑΠ 1153/2009, ΕφΑθ 5940/2012), με την επιφύλαξη ωστόσο, όσων ειδικότερα προβλέπει η σύμβαση εργασίας, η οποία μπορεί, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 325 ΑΚ, να περιορίζει ή ακόμα και να αποκλείει την άσκηση του δικαιώματος. 

Προϋπόθεση του δικαιώματος επίσχεσης είναι η ύπαρξης ενεργού εργασιακής σχέσης εδραζόμενης σε έγκυρη σύμβαση εργασίας (ΕφΑθ 321/1974). Το δικαίωμα ασκείται με εξώδικη προφορική ή έγγραφη δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη (ΕφΑθ 5940/2012) με την οποία ο εργαζόμενος δηλώνει ότι παύει να παρέχει την εργασία του μέχρι να του καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές. Η δήλωση ισχύει από την περιέλευσή της σε γνώση του εργοδότη, πρέπει να είναι σαφής ως προς τη βούληση επίσχεσης της εργασίας και να αναφέρει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές (ΑΠ 245/1983, ΕφΑθ 5940/2012, ΕφΘεσ 728/2007, ΕφΑθ 43/1996).

Αποτέλεσμα της άσκησης του δικαιώματος είναι ότι ο εργοδότης ευθύνεται εκτός από την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθών και σε καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρόνο κατά τον οποίο ο εργαζόμενος απέχει από την εργασία του. Από το μισθό εκπίπτει ο,τι ο μισθωτός ωφελήθηκε από την αποχή του, όπως ο,τι κέρδισε από την εργασία του αλλού. Ο εργοδότης δε μπορεί να ζητήσει την εκπλήρωση της επισχεθείσας εργασίας σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 354/1986, ΑΠ 1412/1986). Ο μισθωτός οφείλει να παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσχεσης στη διάθεση του εργοδότη προς ανάληψη της εργασίας του, σε περίπτωση που ο τελευταίος εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, ακόμα και αν όπως δικαιούται παρέχει αλλού την εργασία του (άρθρ.656 ΑΚ, Έγγραφ1669/1982 Υπουργείο Εργασίας) Η εργασιακή σχέση δηλαδή δε λύνεται, αλλά εξακολουθεί να δεσμεύει τα μέρη.  Κατά τη διάρκεια της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ σύμφωνα τις κατωτέρω διακρίσεις:

Για δικαιούχο που επιδοτείται για πρώτη φορά απαιτείται:

1η περίπτωση:

πραγματοποίηση 125 ημερών εργασίας εντός του 14μήνου πριν από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, χωρίς να υπολογίζονται οι τελευταίοι δύο μήνες  και

πραγματοποίηση 80 ημερών εργασίας σε κάθε έτος κατά τα δύο προηγούμενα πριν από την έναρξη της επιδότησής του έτη.

2η περίπτωση (για δικαιούχους που δεν καλύπτουν την προϋπόθεση της 1ης περίπτωσης):

πραγματοποίηση 200 ημερών εργασίας κατά τα δύο προηγούμενα πριν από την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης έτη, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτές οι τελευταίοι δύο μήνες, κα

ι• πραγματοποίηση 80 ημερών εργασίας σε κάθε έτος κατά τα δύο προηγούμενα έτη, πριν από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης.

β) Για δικαιούχο που έχει επιδοτηθεί στο παρελθόν απαιτείται:

πραγματοποίηση τουλάχιστον 125 ημερών εργασίας στο τελευταίο 14μηνο, πριν από την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτές οι τελευταίοι δύο μήνες.

τα ημερήσια επιδόματα ανεργίας που έχει λάβει εντός της προηγούμενης τετραετίας  από την εκάστοτε έναρξη της επιδότησης λόγω ανεργίας, να μην έχουν υπερβεί τα τετρακόσια (400).

Εάν εντός της τετραετίας έχει επιδοτηθεί για χρονικό διάστημα μικρότερο των τετρακοσίων (400) ημερήσιων επιδομάτων, δικαιούται να επιδοτηθεί λόγω ανεργίας για τον υπόλοιπο αριθμό ημερησίων επιδομάτων, μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των τετρακοσίων (400) ημερησίων επιδομάτων.

 

Απαιτούμενες ημέρες εργασίας κατά το 14μηνο (πριν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗΣ

125-149 5 μήνες
150-179 6 μήνες
180-219 8 μήνες
220-249 10 μήνες
250 και άνω 12 μήνες
210 και συμπλήρωση του 49ου έτους ηλικίας 12 μήνες

ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΤΙΑΣ

Για τους επιδοτούμενους άνεργους που επιδοτούνται για πρώτη φορά και τους καταβάλλεται επιδότηση λαμβάνοντας υπόψη την προϋπόθεση της διετίας (περ. 2η προϋποθέσεων), η διάρκεια επιδότησής τους κυμαίνεται από 5 έως 8 μήνες κατ’ ανώτατο χρονικό διάστημα.

Απαιτούμενες Ημέρες Εργασίας κατά τη διετία (πριν από την έναρξη της άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης ή τη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης αφαιρουμένων των 2 τελευταίων μηνών και οπωσδήποτε 80 κατ’ έτος)

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗΣ

200 5 μήνες
250 6 μήνες
300 8μήνες

Το επίδομα καταβάλλεται δεδουλευμένο μια φορά το μήνα για 25 ημέρες.

Το ύψος του επιδόματος καθορίζεται από τις αποδοχές του ασφαλισμένου κατά την απόλυση του.

Από 12.03.2012 το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας ανέρχεται στα 360,00 Ευρώ.

Για κάθε μέλος της οικογένειας του ανέργου το επίδομα προσαυξάνεται κατά 10%, ενώ χορηγούνται και τα αναλογούντα δώρα εορτών (δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα). 

Σε περίπτωση που ο εργοδότης επιμένει να μην καταβάλει δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας μετά την επίσχεση, ο μισθωτός μπορεί να εγείρει αγωγή με αίτημα την καταδίκη του εργοδότη στην καταβολή τους νομιμοτόκως από την ημέρα που οι σχετικές απαιτήσεις κατέστησαν απαιτητές. Η σχετική διαδικασία είναι αυτή των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ. Παράλληλα μπορεί να κατατεθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά τα άρθρα 728 επ. ΚΠολΔ με αίτημα την προσωρινή επιδίκαση των οφειλών λόγω επείγοντος κινδύνου ή επείγουσας ανάγκης. 

Προσοχή χρειάζεται πάντως σε κάθε περίπτωση, ούτως ώστε να μη θεωρηθεί η επίσχεση καταχρηστική κατά τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ. Ενδεικτικά, καταχρηστική έχει κριθεί η άσκηση του δικαιώματος αν η καθυστέρηση οφείλεται στη δύσκολη οικονομική συγκυρία και ο εργοδότης έχει καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να εκπληρώσει την υποχρέωση του, όπως (ΑΠ 1502/2010) και όταν στρέφεται κατά αξιόχρεου εργοδότη (ΑΠ 1153/2009, ΑΠ 197/1995) καθώς και όταν δεν υφίσταται μία χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής του μισθού (ΑΠ 1153/2009, ΑΠ314/1982). Εάν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, ασφαλέστερο ίσως θα ήταν ο εργαζόμενος να μην καταφύγει στην επίσχεση της εργασίας του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να μην του επιδικασθούν οι μισθοί υπερημερίας κατά την επίσχεση αλλά μόνο οι δεδουλευμένοι του και η καταχρηστική επίσχεση να επιτρέψει στον εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας και να ζητήσει αποζημίωση από το μισθωτό λόγω μη εκπλήρωσης της συμβατικής του υποχρέωσης προς παροχή εργασίας. Ασφαλέστερο σε αυτή την περίπτωση ίσως θα ήταν ο μισθωτός να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω της καθυστέρησης καταβολής των μισθών και να εγείρει αγωγή με αίτημα την καταβολή τους και να αποδεσμευτεί έτσι από μία εργασιακή σχέση που δε λειτουργεί πλέον ομαλά. Οι σχετικές απαιτήσεις παραγράφονται εντός πενταετίας από τη γέννησή τους (άρθρ. 250 αρ. 6 ΑΚ). 

Τέλος, ένα ισχυρότατο μέσο πίεσης κατά του εργοδότη, είναι η υποβολή έγκλησης με βάση τον Ν 3996/2011, σύμφωνα με τον οποίο ο εργοδότης που παραβαίνει την υποχρέωση καταβολής μισθού, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες και χρηματική ποινή έως 900 € ή και με τις δύο ποινές μαζί καθώς και η υποβολή αναφοράς στην επιθεώρηση εργασίας για επιβολή προστίμου από 300 έως 50.000 € με βάση τον ίδιο νόμο.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/5/2016