Αρχική Ειδικά Θέματα Προσαύξηση περιουσίας μέσω μεταφοράς εμβασμάτων στο εξωτερικό

Προσαύξηση περιουσίας μέσω μεταφοράς εμβασμάτων στο εξωτερικό

Σύμφωνα με την γενική αρχή περί στενής ερμηνείας των φορολογικών νόμων, για να φορολογηθεί μία πρόσοδος ως «εισόδημα», πρέπει να συγκεντρώνει τα εννοιολογικά στοιχεία του εισοδήματος, δηλαδή να έχει περιοδικό χαρακτήρα και να προέρχεται από σταθερή πηγή (κεφάλαιο ή εργασία), της οποίας γίνεται τακτική εκμετάλλευση (βλ. ΣτΕ 3872/2013). Όμως, δεν αποκλείεται, με ειδική διάταξη νόμου, να υπαχθεί σε φορολόγηση, σε μία από τις ως άνω πηγές, πρόσοδος που δεν έχει τα ως άνω χαρακτηριστικά. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η προσθήκη με το άρθρο 15 παρ.3 του ν.3888/2010 του τελευταίου εδαφίου στην παρ.3 του άρθρου 48 του ν.2238/1994, που ισχύει από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 175 Α΄/30.9.2010).

Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «Ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων λογίζεται και κάθε εισόδημα που δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες Α΄ έως Ζ΄ της παρ.2 του άρθρου 4. Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσής της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση».

Αφού η προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, δεν έχει περιοδικό χαρακτήρα και δεν προέρχεται από σταθερή πηγή, άρα δεν φέρει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος και επομένως, μέχρι τη θέσπιση της εν λόγω ρύθμισης, δεν υπάγονταν σε φορολόγηση. Αυτή η διάταξη, που άρχισε να ισχύει από 30-9-2010 που δημοσιεύτηκε ο ν.3888/2010 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφαρμόζεται για την προσαύξηση περιουσίας που δημιουργήθηκε από την ως άνω ημερομηνία και εφεξής και φορολογείται κάθε οικονομικό έτος μέσα στο οποίο επέρχεται τέτοια προσαύξηση.

Η μεταφορά χρημάτων σε τράπεζα του εξωτερικού (έμβασμα), η οποία αποτελεί μεμονωμένη τραπεζική συναλλαγή, προϋποθέτει την ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα, αποτελεί δε νόμιμο δικαίωμα διαχείρισης και προστασίας της περιουσίας του φορολογουμένου. Οι φορολογικές αρχές, στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων περί φορολογίας εισοδήματος, έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στα στοιχεία των τραπεζών για τη διαπίστωση τόσο της ύπαρξης τραπεζικών καταθέσεων, όσο και του περιεχόμενου τους και επομένως και δυνατότητα, καθ’ οιονδήποτε χρόνο, ελέγχου της νομιμότητας του σχηματισμού κάποιου τραπεζικού λογαριασμού (άρθρο 15 παρ.3 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας).

Επομένως, το εμβαζόμενο ποσό, το οποίο συνήθως σχηματίζεται από τη συλλογή καταθέσεων, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέσα στο χρόνο, δεν προέρχεται από άγνωστη πηγή ή αιτία ώστε να θεωρείται προσαύξηση περιουσίας κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν.3888/2010 και μάλιστα της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η μεταφορά, ενώ άλλωστε, μια μεμονωμένη τραπεζική συναλλαγή και χωρίς τη σύγκρισή της με την προηγούμενη πραγματική ταμειακή κατάσταση του φορολογουμένου, δεν μπορεί, άνευ άλλου τινός, να χαρακτηριστεί ως «προσαύξηση» περιουσίας.

Άλλο όμως είναι το ζήτημα του σχηματισμού των κεφαλαίων των τραπεζικών καταθέσεων των λογαριασμών μέσω των οποίων γίνεται η μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό. Τα κεφάλαια αυτά που σχηματίζονται από την έναρξη ισχύος της ως άνω, επίμαχης, διάταξης, δηλαδή από 30-9- 2010 και εφεξής, κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, αποτελούν πλέον προσαύξηση κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν.3888/2010, κάθε οικονομικού έτους μέσα στο οποίο παρατηρείται τέτοια διαφορά, την οποία και πρέπει να κληθεί από τη φορολογική αρχή να δικαιολογήσει ο φορολογούμενος.

Η φορολογική αρχή κατά τον έλεγχο, οφείλει να ελέγξει τις τραπεζικές καταθέσεις του φορολογούμενου, να λάβει υπόψη της, για την εφαρμογή της επίμαχης διάταξης, ως δεδομένο και ανέλεγκτο, ως προς την προέλευση, το εμφανιζόμενο στις 29-9-2010 υπόλοιπο (χωρίς φυσικά να αποκλείεται τούτο να ελεγχθεί στα πλαίσια εφαρμογής άλλων διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος στο βαθμό που δεν έχει παραγραφεί το σχετικό δικαίωμα του Δημοσίου) και στη συνέχεια, προκειμένου να διαπιστώσει αν υφίσταται προσαύξηση της περιουσίας και πότε αυτή επήλθε, να ελέγξει, κάθε έτος χωριστά και μέχρι την ημερομηνία αποστολής του εμβάσματος, δηλαδή από 30-9-2010 και μετά, μέσω της κίνησης των λογαριασμών, τα διαθέσιμα κεφάλαια και να τα συγκρίνει με τα δηλωθέντα, αντίστοιχα, εισοδήματα του φορολογούμενου.

Είναι συχνό φαινόμενο σε φορολογικούς ελέγχους, η φορολογική αρχή, προσδίδοντας άλλη έννοια, περιεχόμενο και χρονική έκταση στη διάταξη του άρθρου 15 παρ.3 του ν.3888/2010, να θεωρεί ότι μέσω της μεταφοράς χρημάτων στο εξωτερικό επέρχεται προσαύξηση της περιουσίας του φορολογουμένου από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και υπάγεται σε φορολόγηση και αν ακόμη η προσαύξηση προέκυψε πριν την 30-9-2010. Αυτό συνιστά  νομική πλημμέλεια που μπορεί να προσβληθεί στα διοικητικά δικαστήρια.

Ημερομηνία δημοσίευσης: 2/11/2015