Αρχική Ειδικά Θέματα Φορολόγηση «offshore εταιρειών»

Φορολόγηση «offshore εταιρειών»

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που κάνουν χρήση της φράσης, χωρίς στην πραγματικότητα να αντιλαμβάνονται το ακριβές νόημά της. Με τον όρο «offshore εταιρείες» εννοούμε «υπεράκτιες» οικονομικές οντότητες, με έδρα συνήθως κάποιο κρατίδιο, το οποίο προκειμένου να προσελκύσει ξένους επενδυτές έχει θεσπίσει ηπιότερο φορολογικό καθεστώς, με μικρές φορολογικές επιβαρύνσεις και χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, ενώ παράλληλα προσφέρει ανωνυμία σε μετόχους και δεν συνεργάζεται με τις ελληνικές φορολογικές αρχές για την παροχή στοιχείων φορολογικού ενδιαφέροντος. 

Στην αντίληψη του μέσου συναλλασσόμενου οι δραστηριότητες των offshore εταιρειών κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Ωστόσο, η ίδρυση και η ιδιοκτησία μιας offshore εταιρείας δεν αποτελεί αυτή καθεαυτή παράνομη πράξη και  η ανωνυμία που προσφέρει δεν είναι κατ’ ανάγκη ύποπτη. Δεν είναι λίγες οι πολυεθνικές που έχουν ιδρύσει offshore εταιρείες για μια πιο αποδεκτή φορολόγηση των κερδών τους, ενώ υπάρχει και μια κατηγορία, ξένων κυρίως επενδυτών, που για λόγους προσωπικής ασφάλειας ή προστασίας της ιδιωτικότητάς τους δεν επιθυμούν την γνωστοποίηση στοιχείων τους ως ιδιοκτητών ενός ακινήτου. Πρόκειται για εκείνους τους επενδυτές τους οποίους έχουμε σε μεγάλο βαθμό ήδη «διώξει», δεδομένου και του επαρκούς χαρακτήρα της υφιστάμενης νομοθεσίας, και μάλιστα υπέρ του δέοντος, σε σημείο που να καθίσταται εξαιρετικά αποτρεπτική για ξένες επενδύσεις offshore εταιρειών σε ακίνητα. Η χρήση των εταιρειών αυτών προς αποφυγή καταβολής φόρων ή απόκρυψης εισοδημάτων διακρίνεται στις ακόλουθες τέσσερις βασικές περιπτώσεις:

1. Εικονικές συναλλαγές με offshore εταιρείες (υπερτιμολογήσεις/υποτιμολογήσεις)

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και αυξάνονται οι εισαγωγές  αγαθών στην Ελλάδα από κράτη χαμηλού κόστους. Επειδή όμως η αξία εισαγωγής είναι ελάχιστη σε σχέση με τη τελική τιμή πώλησής τους, ο δρόμος τιμολόγησής τους συνήθως διαπερνάει κάποια offshore εταιρεία εγκατεστημένη σε χώρα με χαμηλό φορολογικό συντελεστή, έτσι ώστε τελικά να επιτευχθεί η εμφάνιση μειωμένου κέρδους και χαμηλής φορολογικής δαπάνης. Για παράδειγμα, ένα ελληνικό εργοστάσιο αγοράζει πρώτες ύλες από τις Η.Π.Α. και συστήνει μια offshore εταιρεία η οποία λειτουργεί «ως ενδιάμεση» στην πώληση. Με τον τρόπο αυτό «φουσκώνει» το κόστος αγοράς και μειώνει το καθαρό κέρδος στην Ελλάδα, ενώ η offshore εταιρεία, για το κέρδος από αυτήν την εικονική μεσολάβηση, φορολογείται με πολύ μικρό συντελεστή ή ακόμα και μηδενικό. Αυτή η περίπτωση ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 23 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν.4172/2013), που ορίζει ότι το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται σε offshore εταιρείες δεν εκπίπτουν, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές είναι πραγματικές και συνήθεις και δεν έχουν σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή, καθώς και τα άρθρα 21 και 22 του Κώδικα Φορολογίας Διαδικασίας (Ν.4174/2013) σχετικά με τις ενδοομιλικές συναλλαγές και την υποχρέωση των εταιρειών να τηρούν φάκελο τεκμηρίωσης και να αιτούνται την «προέγκριση της μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης» από την αρμόδια φορολογική αρχή.

2. Κατοχή και μεταβίβαση ακινήτων ή περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας

Πρόκειται για ιδιαιτέρως δημοφιλής μεθόδευση μέχρι την ψήφιση του Ν.3091/2002, με τον οποίο επιβλήθηκε ετήσιος φόρος 3% στην κατοχή ακινήτων μέσω offshore εταιρειών. Στη συνέχεια με το Ν.3842/2010, ο συντελεστής αυξήθηκε σε 15% και ουσιαστικά οδηγούσε σε «δήμευση του ακινήτου» μέσα σε 5-6 χρόνια, οπότε έπαψε η χρήση offshore εταιρειών για την κατοχή ακινήτων. Όσοι δεν κατάφεραν να συμμορφωθούν εγκαίρως ή εμφάνιζαν τις παραμικρές ανούσιες παρατυπίες στο φάκελό τους αντιμετώπισαν και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν απίστευτα πρόστιμα αμφιβόλου συνταγματικότητας. 

3. Παράνομες συναλλαγές 

Η χρήση μιας offshore εταιρείας παρέχει «κρησφύγετο» για τα παρανόμως αποκτηθέντα χρηματικά ποσά και ο μόνος δυνατός τρόπος για τον εντοπισμό τέτοιου είδους συναλλαγών είναι μέσω των πληροφοριών που παρέχονται από το τραπεζικό σύστημα, αλλά και με την εφαρμογή της  προβλεπόμενης νομοθεσίας για την αποτροπή νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η παρανομία έγκειται πρωτίστως στην πηγή του εσόδου που μπορεί να είναι είτε από εμπόριο ναρκωτικών είτε από άλλα οικονομικά εγκλήματα. 

4. Εταιρείες ναυτιλιακών συμφερόντων

Η ευκολία που παρέχεται για την αλλαγή σημαίας σε πλοία και μετεγκατάστασης των πλοιοκτητριών εταιρειών οπουδήποτε σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει σαν αποτέλεσμα την ευρύτατη χρήση των offshore εταιρειών («μια εταιρεία για κάθε πλοίο»). Στις περιπτώσεις αυτές, μάλιστα, καθίσταται μάταιη οποιαδήποτε προσπάθεια αύξησης της φορολόγησης διότι, δεδομένου του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών προκειμένου να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερα ναυτιλιακά κεφάλαια, οι πλοιοκτήτες απλώς θα εγκαταλείψουν την Ελλάδα και έτσι η χώρα μας θα απολέσει έσοδα που σχετίζονται άμεσα, αλλά και κυρίως έμμεσα με τη ναυτιλία. Σίγουρα τα ζητήματα τεκμηρίωσης τέτοιου είδους συναλλαγών είναι πολύ τεχνικά και απαιτούν εξειδίκευση από τους αρμόδιους ελεγκτικούς φορείς. Το ισχύον όμως νομοθετικό πλαίσιο είναι επαρκέστατο και η νέα κυβέρνηση μπορεί να το αξιοποιήσει, αρκεί οι έλεγχοι να γίνονται με σεβασμό στο Σύνταγμα και τους νόμους και με ιδιαίτερη προσοχή αναφορικά με τη διατήρηση, βελτίωση και ανάπτυξη ενός υγιούς επενδυτικού περιβάλλοντος στη χώρα μας και πάντοτε στα πλαίσια της νομιμότητας.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 3/6/2015