Αρχική Ειδικά Θέματα Κατάθεση χρηματικού ποσού σε κοινό λογαριασμό και φορολογία δωρεών

Κατάθεση χρηματικού ποσού σε κοινό λογαριασμό και φορολογία δωρεών

Η κατάθεση χρημάτων σε κοινό καταθετικό τραπεζικό λογαριασμό από ένα συνδικαιούχο δεν αποκλείεται να θεωρηθεί ως άτυπη δωρεά κατά την έννοια της φορολογίας δωρεών και να φορολογηθεί ως τέτοια, αν η εσωτερική έννομη σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων θεωρηθεί ότι είναι σχέση δωρεάς.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 34 περ. Α΄ παρ. 1 περ. β΄ ν. 2961/2001, κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς, που φορολογείται ως δωρεά, είναι αυτή που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω κι αν δεν καταρτίστηκε έγγραφο. Ίδιου περιεχομένου είναι και η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρο 34 παρ. 1 περ. Β΄ ν.δ. 118/1973.

Η νομολογία διευκρινίζει ότι, για να θεωρηθεί ως δωρεά για σκοπούς φορολογίας δωρεών και να φορολογηθεί ως τέτοια η χωρίς αντάλλαγμα παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου, θα πρέπει να γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης έναντι του λήπτη του περιουσιακού στοιχείου και άσχετα από την ειδικότερη πρόθεση του παρέχοντος αυτό ή του λόγου, για τον οποίο ο τελευταίος προέβη στην παροχή.

Ειδικά για τις παροχές χρηματικών ποσών, διευκρινίζεται ότι το βάρος για την απόδειξη της χωρίς αντάλλαγμα παροχής τους, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, το φέρει η φορολογική αρχή. Επειδή όμως μια τέτοια απόδειξη είναι ιδιαιτέρως δυσχερής, η νομολογία αποδέχεται παγίως τη συναγωγή (μαχητού) τεκμηρίου (άτυπης) δωρεάς μεταξύ προσώπων που συνδέονται με ιδιαίτερο δεσμό (και μάλιστα συγγενικό ή συζυγικό), αλλά μόνο υπό τις ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:
α) Θα πρέπει να αποκλειστεί αιτιολογημένα κάθε άλλη πηγή προέλευσης των χρημάτων κατά το ποσό, κατά το οποίο θεωρείται ότι αυξήθηκε η περιουσία του φερόμενου ως δωρεοδόχου, ή και μόνο οι κατά τους ισχυρισμούς του τέτοιες πηγές, και
β) Θα πρέπει να διαπιστωθεί, επίσης αιτιολογημένα, ότι η οικονομική κατάσταση του φερόμενου ως δωρητή του επέτρεπε να προβεί στη δωρεά κατά το εν λόγω ποσό.

Προφανώς, πριν από την τυχόν ανάληψη των χρημάτων από το συνδικαιούχο που φέρεται ως δωρεοδόχος δε θα μπορεί να τεκμηριωθεί (άτυπη) δωρεά. Μόνον εφόσον αυτός προβεί σε ανάληψή τους και μάλιστα εφόσον αυτά χρησιμοποιηθούν αποδεδειγμένα για αγορά οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου (π.χ. ακινήτου), θα μπορεί η αρμόδια φορολογική αρχή να τεκμηριώσει ότι η εσωτερική σχέση που συνδέει τους (δύο) συνδικαιούχους είναι σχέση δωρεάς.

Πράγματι, για όσο χρόνο τα χρήματα παραμένουν «ακίνητα» μέσα στο λογαριασμό δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί μείωση της περιουσίας του παρέχοντος κατά το ποσό της παροχής, προϋπόθεση απαραίτητη, προκειμένου να γίνει λόγος για δωρεά. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την εφαρμογή εν προκειμένω της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία, για να χαρακτηριστεί μια πράξη δωρεά, θα πρέπει σωρευτικά η δικαιοπρακτική βούληση του παρέχοντος να είναι η χωρίς αντάλλαγμα αύξηση της περιουσίας του λήπτη με άμεση συνέπεια τη μείωση της περιουσίας αυτού (του παρέχοντος).

Με άλλα λόγια, βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της δωρεάς είναι η με τη μείωση της περιουσίας του δωρητή αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας του δωρεοδόχου, οι οποίες (μείωση και αύξηση) λαμβάνουν χώρα από χαριστική αιτία (causa donandi). Σε κάθε άλλη περίπτωση που δε συντρέχουν οι ελάχιστες ως άνω αναγκαίες προϋποθέσεις της μείωσης της περιουσίας του δωρητή, λόγω της από χαριστική αιτία ισόποσης αύξησης της περιουσίας του δωρεοδόχου, δε συντρέχουν τα ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε η εν λόγω πράξη να μπορεί να υπαχθεί στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 34 ν. 2961/2001.

Επομένως, μόνη η επίκληση από τη φορολογική αρχή του γεγονότος της επαύξησης, της περιουσίας του ενός συνδικαιούχου (φερόμενου ως δωρεοδόχου) δεν αρκεί προς απόδειξη της χωρίς αντάλλαγμα μείωσης της περιουσίας του άλλου συνδικαιούχου (φερόμενου ως δωρητή), ώστε να διαπιστώνεται η συνδρομή των σωρευτικών προϋποθέσεων του άρθρου 34 περ. Α΄ παρ. 1 περ. β΄ ν. 2961/2001 για την επιβολή φόρου δωρεάς, αφού μέχρι της αναλήψεως των χρημάτων από τον πρώτο υπάρχει μεν επαύξηση της περιουσίας του, όχι όμως και μείωση της περιουσίας του δεύτερου.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 5/8/2014