Αρχική Ειδικά Θέματα Κατάσχεση - δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών από τη φορολογική αρχή

Κατάσχεση - δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών από τη φορολογική αρχή

Α. Ως μέτρο διασφάλισης των οφειλών προς το Δημόσιο (άρθρο 46 ΚΦΔ)

Προκειμένου να διασφαλίσει την είσπραξη φόρων, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί
- σε επείγουσες περιπτώσεις ή
- για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος για την είσπραξη των φόρων,

να προβαίνει πριν τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της οφειλής και χωρίς δικαστική απόφαση, αλλά βάσει ενός εκ των εκτελεστών τίτλων που αναφέρει ο ΚΦΔ (άρθρο 45 ΚΦΔ), στη συντηρητική κατάσχεση κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’ αυτών, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου, είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου, συνεπώς και τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη.

Η συντηρητική κατάσχεση τρέπεται αυτοδίκαια σε αναγκαστική με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας καταβολής της οφειλής και έχει τις συνέπειες της αναγκαστικής κατάσχεσης από το χρόνο της εγγραφής της (εν προκειμένω, τη συνέπεια της απαγόρευσης εξόφλησης από την τράπεζα/πιστωτικό ίδρυμα της κατασχεμένης απαίτησης ή συμψηφισμού της με μεταγενέστερη απαίτηση και εν γένει απόδοσης στον οφειλέτη ή διάθεσης σε τρίτους του υπό κατάσχεση περιεχομένου του τραπεζικού λογαριασμού).

Με τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβαίνει στη λήψη των προβλεπόμενων στον ΚΠολΔ ασφαλιστικών μέτρων (άρα, και της συντηρητικής κατάσχεσης) ακόμα και πριν από την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, με προσωρινή διαταγή κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 691 ΚΠολΔ. Τα μέτρα αυτά διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας του οργάνου της Φορολογικής Διοίκησης, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κλήτευση του φορολογουμένου.

Περαιτέρω, σε περιπτώσεις που η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει τις παραβάσεις της φοροδιαφυγής

- λόγω μη απόδοσης, ανακριβούς απόδοσης, συμψηφισμού, έκπτωσης ή διακράτησης ΦΠΑ και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, καθώς και λόγω μη υποβολής δήλωσης ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης με σκοπό τη μη πληρωμή των παραπάνω φόρων, τελών ή εισφορών, ή λόγω είσπραξης επιστροφής των παραπάνω φόρων από τη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραπλάνησή της με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, των παραβάσεων ανερχομένων αθροιστικά άνω του ποσού των € 150.000 ή
- λόγω έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, καθώς και νόθευσης φορολογικών στοιχείων, ή λόγω έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και αποδοχής αυτών, εφόσον η αξία των συναλλαγών των φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει αθροιστικά το ποσό των € 300.000,
μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλει σε βάρος του παραβάτη προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα (και συγκεκριμένα μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μην χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων) και παράλληλα δεσμεύει το 50% των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών, όπως ιδίως των κοινών, υφιστάμενων ή νέων, και χρηματικών παρακαταθηκών και του χρηματικού περιεχομένου των θυρίδων του παραβάτη στα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ δεσμεύει το μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και τις μη χρηματικές παρακαταθήκες στο σύνολό τους.

[Από τη ρύθμιση καταλαμβάνονται και υποθέσεις, για τις οποίες έχουν μεν συνταχθεί ειδικές εκθέσεις ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2523/1997 μέχρι την 31.12.2013, αλλά δεν έχουν ληφθεί τα προβλεπόμενα μέτρα μέχρι την ημερομηνία αυτή.]
Ανεξαρτήτως της δέσμευσης των λογαριασμών κ.λπ. η Φορολογική Διοίκηση εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της από τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία του παραβάτη και των παρακάτω αναφερόμενων προσώπων με επίσπευση των προβλεπόμενων διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

[Αυτό ισχύει και για μέτρα που το Δημόσιο λαμβάνει ή έχει λάβει πριν από την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ επί περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευτεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 ν. 2523/1997.]

Πρόσωπα, σε βάρος ων οποίων επιβάλλεται η δέσμευση των λογαριασμών κ.λπ.

Η κατά τα ανωτέρω δέσμευση επιβάλλεται σωρευτικά σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικών εταιριών, καθώς και σε βάρος κάθε προσώπου εντεταλμένου από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση οποιουδήποτε νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας από την τέλεση της παράβασης και εφεξής, ανεξάρτητα αν έχουν αποβάλει την ιδιότητα αυτή (στην περίπτωση οποιασδήποτε παράβασης φοροδιαφυγής της πρώτης παραπάνω ομάδας παραβάσεων), και κατά την τέλεση αυτής (στην περίπτωση οποιασδήποτε παράβασης φοροδιαφυγής της δεύτερης παραπάνω ομάδας παραβάσεων).

[Από τη ρύθμιση, καθώς και από όλα τα αναφερόμενα παρακάτω σχετικά, καταλαμβάνονται και υποθέσεις, για τις οποίες έχουν μεν συνταχθεί ειδικές εκθέσεις ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2523/1997 μέχρι την 31.12.2013, αλλά δεν έχουν ληφθεί τα προβλεπόμενα μέτρα μέχρι την ημερομηνία αυτή.]

Ειδικότερα (ΑΥΟ ΠΟΛ.1282/2013), η δέσμευση επιβάλλεται σωρευτικά σε βάρος των παραβατών νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων και σε βάρος νομικών ή φυσικών προσώπων ή οντοτήτων που έχουν ή είχαν μία από τις παρακάτω ιδιότητες από την τέλεση οποιασδήποτε παράβασης φοροδιαφυγής της πρώτης παραπάνω ομάδας παραβάσεων και μέχρι την επιβολή των μέτρων, ανεξάρτητα εάν κατά την επιβολή των μέτρων έχουν αποβάλει την ιδιότητα αυτή με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, και προκειμένου:
α) Για ημεδαπές ΑΕ, στους πρόεδρους και αντιπροέδρους των ΔΣ, στους διευθύνοντες, εντεταλμένους, συμπράττοντες συμβούλους, στους διοικητές, στους γενικούς διευθυντές, στους διευθυντές, ως και εν γένει σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, τα μέτρα επιβάλλονται στα μέλη των ΔΣ των εταιριών αυτών.
β) Για ΟΕ, ΕΕ και ΕΠΕ, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές αυτών και σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών, και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, σε κάθε εταίρο.
γ) Για συνεταιρισμούς και ενώσεις αυτών στους προέδρους, στους αντιπροέδρους, στους γραμματείς, στους ταμίες, καθώς και εν γένει σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.
δ) Για νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες εκτός των παραπάνω περιπτώσεων, στους εκπροσώπους αυτών ως και εν γένει σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.
Η ίδια δέσμευση επιβάλλεται σωρευτικά και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις παραπάνω ιδιότητες κατά την τέλεση οποιασδήποτε παράβασης φοροδιαφυγής της δεύτερης παραπάνω ομάδας παραβάσεων.
Η δέσμευση όμως δεν επιβάλλεται στους εκκαθαριστές και στους διορισθέντες με δικαστική απόφαση ως μέλη προσωρινών διοικήσεων, εκτός εάν η φοροδιαφυγή που τελέστηκε κατά το χρόνο άσκησης των καθηκόντων τους αθροιστικά λαμβανόμενη υπερβαίνει τα παραπάνω όρια.

Περιπτώσεις μη εφαρμογής των μέτρων
Τα μέτρα δεν επιβάλλονται στους παραβάτες λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων, εφόσον η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη, εκτός εάν από τα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται η γνώση του λήπτη περί της εικονικότητας των στοιχείων.
Παράλληλα, απαγορεύεται η δέσμευση των παρακάτω ποσών:
α) ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων,
β) ποσά που καταβάλλονται με χρέωση των τηρούμενων, εκ μέρους του παραβάτη ή εκ μέρους των ανωτέρω προσώπων, λογαριασμών σε αντίστοιχη πίστωση λογαριασμών του Δημοσίου για την εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων του παραβάτη,
γ) ποσά που προορίζονται για την έκδοση τραπεζικών επιταγών σε διαταγή Ελληνικού Δημοσίου - αρμόδιας Δ.Ο.Υ. του παραβάτη - και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, για την καταβολή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων του παραβάτη,
δ) αποδοχές εργαζομένων και ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από τον παραβάτη με χρέωση των τηρουμένων εκ μέρους του λογαριασμών σε αντίστοιχη πίστωση των συνδεδεμένων με αυτούς λογαριασμών:
i) των δικαιούχων μισθωτών που συνδέονται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και
ii) των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης,
ε) εφόσον ο παραβάτης ή τα ανωτέρω πρόσωπα έχει κατά του Δημοσίου μη εκχωρηθείσα ανταπαίτηση, η οποία είναι τουλάχιστον ίση με τα προαναφερθέντα ποσά, η οποία μπορεί να προταθεί για συμψηφισμό, σύμφωνα με τον ΚΦΔ και με τα κατά τα λοιπά οριζόμενα στο άρθρο 83 ΚΕΔΕ, εφόσον ισχύουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνονται άμεσα οι αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να μην καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό σε αυτόν ή να μην γίνει δεκτή τυχόν εκχώρηση της απαίτησης από αυτόν σε τρίτο πρόσωπο. Για την απόδειξη της μη εκχώρησης της απαίτησης υποβάλλεται από τον παραβάτη και σχετική υπεύθυνη δήλωση.

Διαδικασία εφαρμογής των μέτρων
Για την εφαρμογή των μέτρων συντάσσεται άμεσα, από την αρμόδια για την έκδοση των οικείων πράξεων προσδιορισμού των φόρων, τελών και εισφορών μετά των τόκων και προστίμων φορολογική αρχή, πράξη διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, σύμφωνα με την Ειδική Έκθεση Ελέγχου. Η πράξη αυτή καταχωρείται αυθημερόν στο TAXIS, προκειμένου να ενημερωθούν όλες οι φορολογικές αρχές, κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής Ειδικής Έκθεσης Ελέγχου στον παραβάτη και στα λοιπά προαναφερθέντα πρόσωπα και γνωστοποιείται άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο στη Δ/νση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα.

Οι ανωτέρω υπηρεσίες και φορείς υποχρεούνται να εφαρμόσουν αμέσως τα μέτρα χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση.

Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καθώς και τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να ενημερώσουν εντός 10 ημερών (σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις εντός 30 ημερών) σε κάθε περίπτωση τη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη για το αντικείμενο της δέσμευσης.

Ενδικοφανής προσφυγή και αίτημα αναστολής εφαρμογής των μέτρων
Κατά της πράξης διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου ο παραβάτης καθώς και τα λοιπά προαναφερθέντα πρόσωπα μπορούν να υποβάλουν ενδικοφανή προσφυγή (άρθρο 63 ΚΦΔ). Η προθεσμία για την άσκησή της και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εφαρμογή των μέτρων, όμως ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή, και αίτημα αναστολής της εφαρμογής τους.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει εν όλω ή εν μέρει την εφαρμογή των μέτρων, μέχρι την κοινοποίηση της απόφασής της, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή τους θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον αιτούντα.

Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής και η άσκησή της κατά των αποφάσεων της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών τόσο επί της πράξης διασφάλισης όσο και επί των πράξεων προσδιορισμού των οικείων φόρων, τελών, εισφορών μετά των τόκων και προστίμων δεν αναστέλλουν την εφαρμογή των μέτρων.

Σε περίπτωση αναστολής εφαρμογής των μέτρων ή ακύρωσης εν όλω ή εν μέρει ή τροποποίησης της πράξης διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ενημερώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα.
 

Περιπτώσεις ολικής ή μερικής άρσης των μέτρων
Η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών κ.λπ. αίρεται:

α) μετά την καταβολή τουλάχιστον του 40% του συνολικά προσδιορισθέντος ποσού των οικείων φόρων, τελών και εισφορών μετά των τόκων και προστίμων, σε περίπτωση μη αμφισβήτησης των οικείων πράξεων προσδιορισμού από τον υπόχρεο,
β) μετά την καταβολή τουλάχιστον του 50% του συνολικά προσδιορισθέντος ποσού των οικείων φόρων, τελών και εισφορών μετά των τόκων και προστίμων, σε περίπτωση αμφισβήτησης των οικείων πράξεων προσδιορισμού από τον υπόχρεο.

Το μέτρο της δέσμευσης αίρεται επίσης υποχρεωτικά:
α) αν παύσουν να υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, λόγω έκδοσης απόφασης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών που ακυρώνει για λόγους ουσίας ή τροποποιεί τις οικείες πράξεις προσδιορισμού ή κατόπιν οριστικής απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου που ακυρώνει για λόγους ουσίας ή τροποποιεί τις οικείες αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών,
β) μετά την πάροδο 5 ετών από την έκδοση των οικείων πράξεων προσδιορισμού.

Στις περιπτώσεις ένταξης σε πρόγραμμα ρύθμισης καταβολής των οικείων του μέτρου φορολογικών οφειλών του παραβάτη σε δόσεις αίρεται το μέτρο της δέσμευσης και αναβιώνει άμεσα σε περίπτωση που η ρύθμιση παύει να ισχύει σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Το μέτρο δύναται να αρθεί στο σύνολό του, αν η είσπραξη των οικείων φόρων, τελών και εισφορών μετά των τόκων και προστίμων έχει διασφαλιστεί πλήρως με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στον ΚΦΔ και στον ΚΕΔΕ.

Σε κάθε περίπτωση άρσης των μέτρων η φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου ενημερώνει τον παραβάτη, τα προαναφερθέντα λοιπά πρόσωπα, τις υπηρεσίες και τους φορείς κατά περίπτωση.

1.3.) Πριν την ισχύ του ΚΦΔ, εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 14 ν. 2523/1997. Σύμφωνα με αυτό, κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπίστωνε φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προέκυπτε ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από € 150.000 από ΦΠΑ, ΦΚΕ, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, αναστελλόταν έναντι του Δημοσίου το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμευόταν το 50% αυτών.

Οι δεσμεύσεις δεν εφαρμόζονταν για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθεντο στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων και στις περιπτώσεις που αποδεικνυόταν από δημόσια έγγραφα ότι ο φορολογούμενος είχε κατά του Δημοσίου βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση ποσού ίσου ή μεγαλύτερου του ποσού των φόρων τελών και εισφορών που δεν είχε αποδοθεί στο Δημόσιο, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν είχε εκχωρηθεί. Για την απόδειξη της μη εκχώρησης της απαίτησης υποβαλλόταν από τον φορολογούμενο και σχετική υπεύθυνη δήλωση. Αν ο φορολογούμενος είχε απαίτηση μικρότερη από το ποσό αυτό, το ποσό της δέσμευσης των καταθέσεων περιοριζόταν κατά το ποσό της οφειλής του Δημοσίου προς τον φορολογούμενο.
Στις περιπτώσεις αυτές ενημερώνονταν άμεσα οι αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να μην καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό σε αυτόν ή να μην γίνει δεκτή τυχόν εκχώρηση της απαίτησης από αυτόν σε τρίτο πρόσωπο.

Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονταν και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονταν σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερέβαινε το ποσό € 300.000. Κατ’ εξαίρεση οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονταν στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στην περίπτωση που η εικονικότητα αναγόταν αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη.

Οι κυρώσεις επιβάλλονταν και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες του άρθρου 20 παρ. 1-4 ν. 2523/1997 από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του ΦΠΑ, ΦΚΕ, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών, ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. Στις περιπτώσεις λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονταν και για τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες του άρθρου 20 παρ. 1-4 ν. 2523/1997 κατά την τέλεση της παράβασης.

Η αρμόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων των φόρων, τελών και εισφορών ή των αποφάσεων επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων φορολογική αρχή, υποχρεούνταν να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις Δ.Ο.Υ., το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να ενημερωθούν εκ μέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα.

Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεούνταν να εφαρμόσουν αμέσως τις ανωτέρω απαγορεύσεις και δεσμεύσεις χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση, ενημερώνοντας την αρμόδια για την επιχείρηση Δ.Ο.Υ.

Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιούνταν με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορούσε να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρεπόταν η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του ΚΔΔ.

Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της δεν ανέστειλαν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

Στις περιπτώσεις που επιτυγχανόταν διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός ή κατ` άλλο τρόπο διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς και αφορά το συνολικό ποσό των οικείων φόρων, τελών και εισφορών, μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αιρόταν η κατά τα ανωτέρω δέσμευση. Η άρση έπαυε να ισχύει σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής 2 συνεχόμενων εκ των προβλεπόμενων δόσεων του οφειλόμενου ποσού. Για την εφαρμογή των ανωτέρω ο υπόχρεος φορολογούμενος υπέβαλλε σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος υποχρεούνταν μέσα σε 2 μήνες να εκδώσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις.

Η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων αυτών δεν ήρε την ισχύ των μέτρων που είχαν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν είχαν εκδοθεί οι οικείες καταλογιστικές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις αίρονταν αυτοδικαίως.

Τα ανωτέρω μέτρα αίρονταν υποχρεωτικά στο σύνολό τους εφόσον ο υπόχρεος φορολογούμενος κατέβαλλε ποσό πάνω από 70% του συνόλου των οφειλόμενων οικείων ποσών φόρων, τελών και εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούνταν να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Β. Ως μέτρο αναγκαστικής είσπραξης
Ατομική ειδοποίηση καταβολής οφειλής / υπερημερίας (άρθρο 47 ΚΦΔ)

Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου ή στην πράξη επιβολής προστίμων ή στην πράξη εκκαθάρισης του φόρου μετά την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης μέχρι την προβλεπόμενη σε αυτά ημερομηνία πληρωμής η Φορολογική Διοίκηση κοινοποιεί στον φορολογούμενο ατομική ειδοποίηση καταβολής των οφειλών του που δεν έχουν καταβληθεί εντός των νομίμων προθεσμιών πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον ΚΦΔ.

Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον ΚΦΔ. Δεν απαιτείται η κοινοποίηση της ειδοποίησης για την επιβολή κατάσχεσης στις περιπτώσεις κατάσχεσης χρηματικών ποσών ή απαιτήσεων στα χέρια του φορολογουμένου ή τρίτου.

Στην ατομική ειδοποίηση αναγράφονται:
α) το ονοματεπώνυμο/επωνυμία και τα στοιχεία του φορολογουμένου,
β) ο ΑΦΜ του φορολογουμένου, εφόσον έχει εκδοθεί,
γ) η ημερομηνία έκδοσης της ατομικής ειδοποίησης καθώς και παραπομπές στους αντίστοιχους εκτελεστούς τίτλους, συμπεριλαμβανομένων σχετικών προθεσμιών, ημερομηνιών καταβολής και αριθμού δόσεων,
δ) το είδος και το ποσό των οφειλόμενων φόρων, των τόκων, των προστίμων και η φορολογική περίοδος ή περίοδοι «ή οι φορολογικές υποθέσεις» που αφορούν αυτά, με εξαίρεση αυτά για τα οποία ισχύει νόμιμη ή δικαστική αναστολή πληρωμής,
ε) η εντολή καταβολής των ποσών αυτών,
στ) ο τρόπος πληρωμής των ανωτέρω,
ζ) ο όρος ότι οι τόκοι συνεχίζουν να υπολογίζονται μέχρι την τελική εξόφληση της οφειλής,
η) ο όρος ότι, αν ο φορολογούμενος δεν προβεί σε εξόφληση εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης των ποσών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός αν ο φορολογούμενος υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών εντός 30 ημερών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 ΚΦΔ.

Η ατομική ειδοποίηση κοινοποιείται στον φορολογούμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΦΔ.
Τα παραπάνω εφαρμόζονται για οφειλές, για τις οποίες αποκτάται εκτελεστός τίτλος από 1.1.2014 και εφεξής (άρθρο 66 παρ. 13 ΚΦΔ).

Αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο 48 ΚΦΔ)
Με εξαίρεση τα θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον ΚΦΔ η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΕΔΕ.

Η Φορολογική Διοίκηση συμψηφίζει απαιτήσεις από φόρους και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ και σε όλη την εν γένει φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 ΚΕΔΕ. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να συμψηφίζει κάθε άλλη απαίτηση σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Αναγκαστική εκτέλεση δε διενεργείται για οφειλές, η πληρωμή των οποίων τελεί σε νόμιμη ή δικαστική αναστολή και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται επίσης για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών, εφόσον ο φορολογούμενος συμμορφώνεται με το πρόγραμμα.

Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης (άρθρο 49 ΚΦΔ)
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που υπάρχουν πληροφορίες ή υπόνοιες ότι ο φορολογούμενος
- θα προβεί σε μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων ή
- προβαίνει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για να εγκαταλείψει τη χώρα ή σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που θέτει σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου,

η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να λαμβάνει, με βάση τον εκτελεστό τίτλο, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ακόμη και πριν τη νόμιμη ημερομηνία καταβολής της οφειλής ή την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης ή την παρέλευση της 30ήμερης προθεσμίας που προβλέπεται για την καταβολή της οφειλής.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος πράγματι μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία του η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ασκήσει αγωγή διάρρηξης για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σύμφωνα με τα άρθρα 939 επ. ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση σύμφωνα με τα άρθρα 725 επ. ΚΠολΔ.

Διατάξεις Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (άρθρο 30)
Η κατάσχεση εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων του οφειλέτη του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό ενεργείται με κατασχετήριο έγγραφο, που δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη και περιέχει: α) το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτη, β) το ονοματεπώνυμο του τρίτου, εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτη και δ) χρονολογία και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου.

Από την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον τρίτο δεν επιτρέπεται αυτός να αποδώσει στον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ούτε να συμψηφίσει με ανταπαιτήσεις του μεταγενέστερες της κατάσχεσης.

H κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 3/7/2014