Αρχική Ειδικά Θέματα Διευθύνοντες υπάλληλοι - Διαφορές στη σύμβαση εργασίας τους από τους απλούς υπαλλήλους

Διευθύνοντες υπάλληλοι - Διαφορές στη σύμβαση εργασίας τους από τους απλούς υπαλλήλους

Οι διευθύνοντες υπάλληλοι είναι πρόσωπα που κατέχουν σε μια επιχείρηση θέση διεύθυνσης, εμπιστοσύνης ή εποπτείας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία, διευθύνοντες υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι μεγάλης επιχείρησης, στους οποίους λόγω των εξαιρετικών τους προσόντων (ανώτερη μόρφωση, υψηλά προσόντα, ιδιαίτερες ικανότητες, ειδίκευση, εμπειρία) και της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης προς αυτούς του εργοδότη, τους έχουν ανατεθεί καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης των υποθέσεων της όλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα αυτής και εποπτείας του προσωπικού, με τρόπο που όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται σαφώς από τους υπόλοιπους μισθωτούς, οι οποίοι διεκπεραιώνουν τη συνήθη τρέχουσα εργασία. Η διάκριση αυτή οφείλεται και στο ότι οι διευθύνοντες υπάλληλοι ασκούν πολλές φορές και δικαιώματα του εργοδότη έναντι όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της επιχείρησης, όπως η πρόσληψη και η απόλυση προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν σε πολλές περιπτώσεις θέση εργοδότη, και επωμίζονται και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων. Επίσης αναπτύσσουν μεγάλη πρωτοβουλία, και αμείβονται συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, προς αντιστάθμιση της αυξημένης αποδοτικότητάς τους και της ευθύνης τους,.

Τα κριτήρια δηλαδή για την απόδοση της ιδιότητας του διευθύνοντος υπαλλήλου είναι η υψηλή θέση στην ιεραρχία της επιχείρησης, ο υψηλός βαθμός πρωτοβουλίας και ανεξαρτησίας στη λήψη αποφάσεων, η συγκέντρωση στο πρόσωπό του αρμοδιοτήτων (διοικητικών ή τεχνικών) αποφασιστικής σημασίας για τη λειτουργία, την οργάνωση και την πορεία της επιχείρησης, η δυνατότητα παρέμβασης στην πρόσληψη ή απόλυση του προσωπικού, οι υψηλές αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τις αποδοχές των υπολοίπων υπαλλήλων κ.λπ. 

Κι ενώ η σχέση εξαρτημένης εργασίας γενικά χαρακτηρίζεται από τη νομική και προσωπική εξάρτηση των εργαζομένων από τον εργοδότη, υπό την έννοια του ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν δεσμευτικές εντολές και οδηγίες από τον εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας, και ο εργοδότης ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης των εργαζομένων προς αυτές, στην περίπτωση των διευθυνόντων υπαλλήλων, οι οποίοι επίσης συνδέονται με τον εργοδότη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η νομική και προσωπική αυτή εξάρτηση από τον εργοδότη είναι πολύ πιο χαλαρή. Ούτε δηλαδή οι παραπάνω αναφερόμενες οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και παροχή της εργασίας είναι τόσο δεσμευτικές ούτε ασκείται η σχετική εποπτεία και ο έλεγχος που ασκείται στους υπόλοιπους εργαζόμενους.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι διευθύνοντες υπάλληλοι, εξαιρούνται και από την εφαρμογή των παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενων, βασικών προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστες τόσο με την εξέχουσα θέση τους όσο και με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Συγκεκριμένα, στους διευθύνοντες υπαλλήλους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας ανάπαυσης, περί αποζημίωσης ή προσαύξησης για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία. Επίσης, εκτός από την περίπτωση που ρητώς συμφωνείται διαφορετικά στη σύμβαση εργασίας, δεν εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις περί χορήγησης δώρων εορτών και ετήσιας άδειας αναψυχής.

Συνεπώς, οι διευθύνοντες υπάλληλοι δεν δικαιούνται προσαύξηση στις αποδοχές τους για υπερεργασία ή υπερωριακή απασχόληση, για εργασία τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές (αργίες) και για παροχή νυκτερινής εργασίας, ενώ επίσης δεν δικαιούνται αποζημίωση για απασχόληση εκτός έδρας, ούτε (εκτός αν ρητώς συμφωνείται διαφορετικά με τη σύμβαση) δικαιούνται να λαμβάνουν αποδοχές, επίδομα και αποζημίωση λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της ετήσιας αδείας ανάπαυσης ή δώρα εορτών.

Συχνά δε, στις σχετικές συμβάσεις εργασίας, στον όρο που καθορίζει το ύψος του μηνιαίου μισθού, προστίθεται πρόβλεψη ότι «επειδή οι αποδοχές αυτές είναι κατά πολύ ανώτερες από αυτές που προβλέπονται από τη οικεία Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συμφωνείται ότι το επιπλέον ποσό δίνεται με σκοπό την εξόφληση και κάλυψη αξιώσεων του μισθωτού για πρόσθετες αποδοχές ή αποζημίωση από τυχόν υπερωρίες, καθώς και για τυχόν εργασία του σε νυχτερινές ώρες, Κυριακές ή αργίες, για εκτός έδρας παροχή εργασίας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, και για αποδοχές και επίδομα αδείας.

Όλα τα παραπάνω βέβαια, ισχύουν με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων, ευνοϊκότερων υπέρ αυτών, συμφωνιών τους με τον εργοδότη, οι οποίες μπορεί να προβλέπουν και ότι οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τα χρονικά όρια εργασίας, την εκτός έδρας εργασία, την αποζημίωση και το επίδομα αδείας κ.λπ. θα ισχύουν κανονικά. 

Πάντως η λοιπή εργατική νομοθεσία (π.χ. διατάξεις περί καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου) εφαρμόζεται κανονικά (και απ’ αυτού δεν χωρεί αντίθετη συμφωνία με τον εργοδότη, παρά μόνο ευνοϊκότερη από την πρόβλεψη του νόμου).

Ως προς τον τρόπο απόδειξης της διευθυντικής θέσης, σύμφωνα πάντα με τη νομολογία, «η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής, από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους», συνεπώς η αναγραφή ή μη της ιδιότητας του διευθύνοντος υπαλλήλου στη σύμβαση εργασίας δεν έχει καθοριστική σημασία.

Τέλος, δεν αποκλείεται στο ίδιο πρόσωπο να συνυπάρχουν η ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου και του μέλους της διοίκησης νομικού προσώπου Στις Ανώνυμες Εταιρείες, διευθύνοντες υπάλληλοι της εταιρείας μπορεί ταυτόχρονα να είναι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή διευθύνοντες σύμβουλοι ή διοικητές ή γενικοί διευθυντές της εταιρείας. Αυτό συμβαίνει όταν τα πρόσωπα αυτά, παράλληλα με τα καθήκοντα που έχουν από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας παρέχουν και υπηρεσίες στην εταιρεία με αμοιβή τακτικώς προσδιορισμένη από τη σύμβαση αυτή. Στην περίπτωση αυτή εξαρτώνται από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας (δηλαδή τον εργοδότη), υπό την έννοια ότι τα όργανα αυτά (ο εργοδότης) έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών προς την εταιρεία, και να παρέχουν δεσμευτικές για αυτά (τα πρόσωπα) εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση των εντολών.  Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν αναιρούν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, και διαφοροποιούν τα πρόσωπα αυτά από τα υπόλοιπα μέλη π.χ. του διοικητικού συμβουλίου που ασκούν διοικητική και διαχειριστική εξουσία με δική τους ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανα της εταιρείας και υποβάλλονται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο (και συνδέονται με την εταιρεία είτε με σχέση εντολής είτε, εάν λαμβάνουν αμοιβή, με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών).

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 1/4/2014