Αρχική Ειδικά Θέματα Άμυνα του φορολογουμένου κατά του φύλλου ελέγχου

Άμυνα του φορολογουμένου κατά του φύλλου ελέγχου

1.Προσφυγή ή Διοικητική επίλυση της διαφοράς

α. Προσφυγή

Κατ’  άρθρο 66 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προσφυγή που αφορά φορολογικές και τελωνειακές διαφορές εν γένει ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά νόμο επίδοσή της σε εκείνον που αφορά ή σε κάθε άλλη περίπτωση από τότε που αυτός έλαβε αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.

β. Πρόταση επίλυσης διοικητικής διαφοράς ή/και άσκηση προσφυγής κατ’  άρθρο 70 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το φύλλο ελέγχου, μπορεί,  αν  αμφισβητεί  την ορθότητά του, πέραν της άσκησης προσφυγής κατ’ αυτού,  να ζητήσει και τη διοικητική επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτού και του αρμόδιου προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (εν προκειμένω της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιά). Η πρόταση για την επίλυση της διοικητικής διαφοράς υποβάλλεται στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ που εξέδωσε το φύλλο ελέγχου, με το δικόγραφο της προσφυγής ή με ιδιαίτερη αίτηση που κατατίθεται μέσα στη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής.

Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ, αφού λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και  τα στοιχεία που προσκομίζονται από τον φορολογούμενο, μπορεί, εφόσον  κρίνει το αίτημα διοικητικής επίλυσης βάσιμο, να αποδεχθεί την ακύρωση του φύλλου ελέγχου ή τη διαγραφή των εισοδημάτων μερικών μόνο πηγών ή τον περιορισμό του συνόλου της φορολογητέας ύλης που αναφέρεται στο φύλλο ελέγχου ή μερικών μόνον πηγών ή της ίδιας πηγής ή του φόρου ή άλλου δικαιώματος.

Αίτημα για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς μπορεί να υποβληθεί και με ιδιαίτερη αίτηση, ήτοι όχι με τη συμπερίληψή της στο δικόγραφο της προσφυγής. Σε αυτή την περίπτωση, η 30ημερη  προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλεται με την υποβολή της αίτησης και συνεχίζει από την επόμενη εργάσιμη μετά την υπογραφή της πράξης ματαίωσης ή επίλυσης της διαφοράς.

γ. Κατ’  εξαίρεση επίλυση της διοικητικής διαφοράς κατ’  άρθρο 70Α Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Κατ’ εξαίρεση της  άνω διαδικασίας, στο άρθρο 70Α Κ.Φ.Ε προβλέπεται και η δυνατότητα του φορολογουμένου να υποβάλει αίτηση προς την Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (εφεξής ΕΔΕΦΔ) του Υπουργείου Οικονομικών για τη διοικητική επίλυση διαφοράς σε κάθε φορολογικό αντικείμενο και εφόσον η αμφισβητούμενη διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των 50.000,00 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι η άνω Επιτροπή καθίσταται  αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση διαφορών που υπερβαίνουν το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, για την άσκηση προσφυγής του φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου ασκήσεως της προσφυγής, να έχει προηγηθεί η αίτηση για την υπαγωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, που έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, ενώ απαιτείται και η ολοκλήρωση αυτής, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Η αίτηση κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή εντός 60 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού φόρου. Η απόφαση του αρμοδίου οργάνου στην άνω ενδικοφανή προσφυγή εκδίδεται το αργότερο σε 4 μήνες από την περιέλευση της αίτησης σε αυτό.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για τις άνω διαφορές που δεν έχουν αντικείμενο άνω του ποσού των 300.000,00 ευρώ –οπότε και η υποβολή αιτήσεως για τη διοικητική επίλυση θα πρέπει να απευθυνθεί αποκλειστικά προς την ΕΔΕΦΔ-, η υποβολή της αίτησης για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς από την ΕΔΕΦΔ αποκλείει την υποβολή για την ίδια υπόθεση και άλλης αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς με βάση τις λοιπές ισχύουσες διαδικασίες .

Η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς από την ΕΔΕΦΔ κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή και διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό φάκελο, από αυτή στην ΕΔΕΦΔ μέσα σε προθεσμία 10 ημερών από την κατάθεσή της.

2.  Βεβαίωση του φόρου

α. Οριστικοποίηση του ποσού της βεβαίωσης λόγω μη άσκησης προσφυγής ή μετά από συμβιβασμό

Ο  Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ βεβαιώνει το φόρο, αρχικό ή πρόσθετο που προκύπτει βάσει του φύλλου ελέγχου, εφόσον έχει οριστικοποιηθεί είτε με διοικητική επίλυση της διαφοράς είτε λόγω μη άσκησης, είτε λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής. Ο φόρος που βεβαιώνεται με βάση το φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό, λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής, καταβάλλεται σε 6 ίσες μηνιαίες δόσεις, όχι μικρότερες των 300 ευρώ, πλην της τελευταίας. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που ακολουθούν.

Όταν ο φόρος  βεβαιώνεται μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, οπότε και  πρέπει να καταβληθεί  το 1/5 αυτού εντός 2 ημερών το αργότερο από την υπογραφή της επίλυσης, το υπόλοιπο καταβάλλεται σε 6 ίσες μηνιαίες δόσεις, πλην της τελευταίας.  Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, ημέρα του επόμενου από την υπογραφή του πρακτικού  μήνα και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που ακολουθούν. Αν ο υπόχρεος καταβάλει εντός της προθεσμίας καταβολής του 1/5, το σύνολο του ποσού που προκύπτει συνεπεία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, παρέχεται επί αυτού έκπτωση κατά ποσοστό 5%.

β. Βεβαίωση του φόρου μετά από άσκηση προσφυγής

Αν δεν επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκηθεί από το φορολογούμενο εμπρόθεσμη προσφυγή, βεβαιώνεται αμέσως από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ ποσοστό 50% του αμφισβητούμενου κύριου φόρου, πρόσθετου φόρου και λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν φόρων και τελών.

γ. Βεβαίωση  του φόρου σε περίπτωση εκδόσεως προσωρινού φύλλου ελέγχου

Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 9 Κ.Φ.Ε, στην περίπτωση εκδόσεως προσωρινού φύλλου ελέγχου, η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου δεν αναστέλλει την προσωρινή βεβαίωση του φόρου, ο οποίος καταβάλλεται εφάπαξ.

3. Αναστολή εκτέλεσης κατ’ άρθρο 200 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής.

Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη.

Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη, την οποία επικαλείται, προέρχεται από τα μέτρα αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται:

α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη και

β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.

Η  αίτηση αναστολής περιλαμβάνει με ποινή το απαράδεκτο της ασκήσεώς της, κατάσταση στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή.

Όταν  ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή συνδεδεμένου νομικού προσώπου με τον αιτούντα, καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές και τελωνειακές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου. Ως συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο για την εφαρμογή των ανωτέρω, νοείται η σύνδεση με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής του αιτούντος νομικού προσώπου στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση του άλλου νομικού προσώπου ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο νομικών προσώπων.

Η εκδίκαση της αίτησης αναστολής γίνεται σε συμβούλιο, δεν καλούνται δε σε αυτήν οι διάδικοι. Το Δικαστήριο κατ’  εξαίρεση μπορεί να τους καλέσει και να τους ακούσει.

Περαιτέρω, ο πρόεδρος του δικαστηρίου μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης έως την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναστολής, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση αυτή.

4. Παράβολο άσκησης προσφυγής.

Κατ’  άρθρο 277 παρ. 3 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το 2% του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ. Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εάν κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί, από τον υπόχρεο, το 1/3 του παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3.

Ημερομηνία δημοσίευσης: 09/03/2013