Αρχική Ειδικά Θέματα Ματαίωση ή καθυστέρηση στην εναέρια μεταφορά προσώπων στην Ε.Ε.

Ματαίωση ή καθυστέρηση στην εναέρια μεταφορά προσώπων στην Ε.Ε.

Οι εναέριες μεταφορές που διενεργούνται δυνάμει συμβάσεως μεταφοράς, που συνάπτει με επιβάτη ο μεταφορέας με σχετική αμοιβή (εισιτήριο) που συμβάλλεται στο όνομά του (συμβατικός μεταφορέας), έστω και αν η μεταφορά εκτελείται από τρίτο συμβατικώς εξουσιοδοτημένο μεταφορέα στο σύνολό της (πραγματικός μεταφορέας) είναι μια πολύ σημαντική έκφανση της θεμελιώδους ελευθερίας της κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επειδή λοιπόν τα ταξίδια με αεροπλάνο έχουν γίνει καθημερινότητα, η Ε.Ε. έχει ήδη θεσπίσει ένα σύνολο κοινών αρχών για τις εναέριες μεταφορές και έχει εκδώσει κανονισμούς για τις εταιρείες εναέριας μεταφοράς. Πιο συγκεκριμένα, οι περιπτώσεις ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης πτήσης πλέον αντιμετωπίζονται ως προσβολή στο δικαίωμα του επιβάτη.

Τα δικαιώματα του επιβάτη σε περίπτωση ματαίωσης ή καθυστέρησης πτήσης.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 261/2004 Ε.Κ: Ο αερομεταφορέας, σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης ή ματαίωσης της πτήσης (εκτός αν οι επιβάτες ενημερώθηκαν για αυτό τουλάχιστον 14 ημέρες νωρίτερα) οφείλει να προσφέρει στους επιβάτες την επιλογή μεταξύ της επιστροφής των χρημάτων τους και της αλλαγής δρομολογίου. Ανάλογα με την απόσταση της πτήσης και τις καθυστερήσεις πριν από την αλλαγή δρομολογίου, ο επιβάτης ενδέχεται να δικαιούται αποζημίωση μεταξύ 125€ και 600€. Επιπλέον, εάν ο επιβάτης επιλέξει αλλαγή δρομολογίου, ο αερομεταφορέας οφείλει να παράσχει τη σχετική φροντίδα, όπως φαγητό, πρόσβαση σε τηλέφωνο και εάν χρειάζεται ξενοδοχειακό κατάλυμα για μία ή περισσότερες διανυκτερεύσεις και τη μεταφορά προς και από αυτό.

Σε περίπτωση καθυστέρησης της πτήσης οι επιβάτες δικαιούνται την ίδια ως άνω αποζημίωση και φροντίδα, εάν η καθυστέρηση είναι α) ίση ή μεγαλύτερη από δύο ώρες, για πτήσεις 1.500 χλμ. ή λιγότερο, β) ίση ή μεγαλύτερη από τρεις ώρες, για μεγαλύτερες πτήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για άλλες πτήσεις μεταξύ 1.500 και 3.500 χλμ, γ) ίση ή μεγαλύτερη από τέσσερις ώρες, για πτήσεις πάνω από 3.500 χλμ. εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την προϋπόθεση ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε εξαιρετικό γεγονός για το οποίο ο αερομεταφορέας δε θα μπορούσε να λάβει μέτρα.

Για άτομα με ειδικές ανάγκες και για «πακέτα διακοπών» ισχύουν ειδικότερες προστατευτικές διατάξεις.

Παράλληλα με τις ως άνω διατάξεις (βλ. C -344/04, EK), ισχύει η Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων που αφορούν τις εναέριες μεταφορές (Σύμβαση του Μόντρεαλ), η οποία τέθηκε σε ισχύ στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 28 Ιουνίου 2004. Σύμφωνα με την Σύμβαση (άρθρο 19) «Ο αερομεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται από καθυστερήσεις στην εναέρια μεταφορά επιβατών, αποσκευών ή εμπορευμάτων. Ωστόσο, ο αερομεταφορέας δεν ευθύνεται για τις ζημίες που προκαλούνται από καθυστερήσεις, εάν αποδείξει ότι αυτός ο ίδιος και οι προστηθέντες του έλαβαν όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να αποτρέψουν τη ζημία ή ότι τους ήταν αδύνατο να λάβουν τέτοια μέτρα.»   Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της Σύμβασης του Μόντρεαλ περιορίζει την ευθύνη του αερομεταφορέα για καθυστερήσεις, που καθιερώνεται στο άρθρο 19, σε 4.150 Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα (ΕΤΔ) ανά επιβάτη. Όμως η παράγραφος 5, προβλέπει ότι το εν λόγω όριο δεν ισχύει στις περιπτώσεις που η ζημία οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του μεταφορέα, των υπαλλήλων ή των πρακτόρων του, που έγινε με πρόθεση την πρόκληση ζημίας, ή από αμέλεια και εν επιγνώσει ότι θα προκύψει προφανώς ζημία.

Επειδή τα δικαιώματα από τα άρθρα του κανονισμού 261/2004, συνίστανται σε δικαιώματα μιας κατ’ αποκοπήν και τυποποιημένης αποζημιώσεως του επιβάτη μετά τη ματαίωση μιας πτήσεως, και είναι ανεξάρτητα από την αποκατάσταση της ζημίας στο πλαίσιο του άρθρου 19 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, θα πρέπει η αγωγή να βασίζεται και στα δύο ως άνω κανονιστικά πλαίσια για να δικάσει το δικαστήριο σχετικά (C 204/2008 ΕΚ).

Αρμοδιότητα δικαστηρίων

Το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο ρυθμίζεται στο βιβλίο πρώτο, κεφάλαιο δεύτερο του ΑΚ. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όμως υπάγονται στο δίκαιο της Ένωσης το οποίο υπερισχύει του εθνικού τους δικαίου. Ο Κανονισμός (ΕΚ) του Συμβουλίου 44 προβλέπει τα σχετικά για τη διεθνή δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα πρόσωπα ενάγονται στα δικαστήρια του κράτους μέλους που έχουν την κατοικία τους (η ιθαγένεια δεν παίζει ρόλο), εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ο Kανονισμός. Ειδικότερα και στη συγκεκριμένη υπόθεση ο ενάγων είναι καταναλωτής, αλλά η παρ. 3 του άρθρου 15 του Κανονισμού ορίζει ότι οι σχετικές διατάξεις για τους καταναλωτές δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις μεταφοράς.

Μη εφαρμοζομένων λοιπόν των ειδικών διατάξεων για τους καταναλωτές επανερχόμαστε στο τι ισχύει για τις συμβάσεις γενικότερα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού σε διαφορές από σύμβαση το πρόσωπο μπορεί να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή.

Ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής (άρθρο 5, σημείο 1 στοιχείο β') για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, είναι ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών.

Με βάση την απόφαση C-204/08 Δ.Ε.Κ., το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β', δεύτερη περίπτωση, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση αεροπορικής μεταφοράς προσώπων από ένα κράτος μέλος σε άλλο βάσει συμβάσεως που συνάφθηκε μόνο με μία αεροπορική εταιρία η οποία είναι ο πραγματικός μεταφορέας και η οποία έχει έδρα σε τρίτο κράτος, το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημιώσεως η οποία στηρίζεται στην εν λόγω σύμβαση μεταφοράς και στον Κανονισμό 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημιώσεως των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως, είναι, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος αναχωρήσεως ή ο τόπος αφίξεως του αεροσκάφους, όπως οι τόποι αυτοί προβλέπονται στην εν λόγω σύμβαση.

Εν προκειμένω, οι υπηρεσίες των οποίων η παροχή αντιστοιχεί στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς προσώπων είναι η χορήγηση κάρτας επιβιβάσεως, καθώς και η επιβίβαση των επιβατών και η υποδοχή τους εντός του αεροσκάφους στον συμφωνημένο τόπο απογειώσεως, η αναχώρηση του αεροσκάφους στην προβλεπόμενη ώρα, η μεταφορά των επιβατών και των αποσκευών τους από τον τόπο αναχωρήσεως στον τόπο αφίξεως, η φροντίδα των επιβατών κατά τη διάρκεια της πτήσεως και, τέλος, η αποβίβασή τους, υπό συνθήκες ασφάλειας, στον τόπο προσγειώσεως και στην ώρα που προβλέπονται στη σχετική σύμβαση μεταφοράς. Οι μόνοι τόποι που έχουν άμεσο σύνδεσμο με τις υπηρεσίες αυτές είναι οι τόποι αναχωρήσεως και αφίξεως του αεροσκάφους, νοούμενοι ως εκείνοι που προβλέπονται στη σύμβαση μεταφοράς. Οι αεροπορικές μεταφορές αποτελούν, ως εκ της φύσεώς τους, υπηρεσίες που με αδιαίρετο και ενιαίο τρόπο παρέχονται από τον τόπο αναχωρήσεως στον τόπο αφίξεως του αεροσκάφους, οπότε δεν μπορεί να διακριθεί ένα χωριστό μέρος της παροχής το οποίο θα ήταν η κύρια παροχή που παρέχεται σε συγκεκριμένο τόπο. Κάθε ένας από τους δύο αυτούς τόπους έχει επαρκή σύνδεσμο εγγύτητας με τα υλικά στοιχεία της διαφοράς εξασφαλίζοντας τον στενό σύνδεσμο μεταξύ της συμβάσεως και του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, σύμφωνα με τους στόχους εγγύτητας και προβλεψιμότητας, οι οποίοι επιδιώκονται με την επικέντρωση της δικαιοδοσίας στον τόπο παροχής υπηρεσιών και με τον καθορισμό ενιαίας δικαιοδοσίας για όλες τις αγωγές που στηρίζονται σε σύμβαση.

Όσον αφορά την έδρα της αεροπορικής εταιρείας / εναγόμενου, το Δ.Ε.Κ. έκρινε (παρ. 39) ότι ο τόπος της έδρας ή της κύριας εγκαταστάσεως της σχετικής αεροπορικής εταιρίας δεν έχει τον αναγκαίο στενό σύνδεσμο με τη σύμβαση. Συγκεκριμένα, οι πράξεις και οι ενέργειες που γίνονται με βάση αυτόν τον τόπο, όπως, ιδίως, η θέση στη διάθεση των επιβατών κατάλληλου αεροσκάφους και κατάλληλου πληρώματος, είναι μέτρα διοικητικής υποστηρίξεως και προετοιμασίας για την εκτέλεση της συμβάσεως αεροπορικής μεταφοράς και δεν είναι υπηρεσίες των οποίων η παροχή θα συνδεόταν με αυτό καθ’ εαυτό το περιεχόμενο της συμβάσεως. Το ίδιο ισχύει για τον τόπο συνάψεως της συμβάσεως αεροπορικής μεταφοράς και για τον τόπο εκδόσεως του εισιτηρίου.

Ημερομηνία δημοσίευσης: 20/03/2012